Blogger Widgets

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Όσιος Ακάκιος ο ιδρυτής των Καυσοκαλυβίων



Καταγόταν από το χωριό Γόλιτσα των Αγράφων (σήμερα το μικρό αυτό χωριό φέρει το όνομά του) και έζησε τον 17ο – 18ο αιώνα. Γράμματα δεν διδάχθηκε, αλλά πήρε καλή ανατροφή από τους ευσεβείς γονείς του.
Πηγαίνοντας στην εκκλησία και ακούγοντας τους βίους των Αγίων, άρχισε να αγωνίζεται προς μίμησι των άθλων τους. Έφευγε σε τόπους ησυχαστικούς και προσευχόταν. Οι γονείς του ήθελαν να τον νυμφεύσουν, αλλά αυτός έφυγε στα 23 του χρόνια στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου της Σουρβιάς, κοντά στη Μακρυνίτσα του Βόλου. Αφού εδοκιμάσθη επί αρκετό χρόνο, τον ενέδυσαν με το αγγελικό σχήμα ονομάζοντάς τον Ακάκιο. Εκεί από το υπερβολικό των ασκήσεών του, όλοι ενόμισαν ότι είχε πέσει σε πλάνη. Εκείνος όμως, ποθώντας περισσότερο την ησυχία και την αυστηρή άσκησι, ήλθε στο Άγιο Όρος, όπου και κατοίκησε διαδοχικά σε σκήτες και κελλιά της Μεγίστης Λαύρας και των μονών Διονυσίου, Γρηγορίου και Παντοκράτορος.
Τελικώς, με συμβουλή του Κατουνακιώτου ασκητού Γαλακτίωνος, αποφασίζει να εγκατασταθή στον απρόσιτο τόπο επάνω από τα σημερινά Καυσοκαλύβια ενασκούμενος επί είκοσι έτη και εργαζόμενος το εργόχειρο της κατασκευής ξύλινων κουταλιών. Κατόπιν ασκήτευσε μέχρι το τέλος του βίου του μέσα σε σπήλαια, τρώγοντας μόνον ψωμί ανά δύο ή τρείς ημέρες.





Ἐξέχουσα ἀσκητικὴ μορφὴ ὁ ὅσιος Ἀκάκιος, ἐνσάρκωσις τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητος, παραμένει πάντοτε εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ νεωτέρου ἀσκητισμοῦ εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος.
Νεώτατος ἀγάπησε τὴν Ἐκκλησία καὶ ἐνωρὶς ἀκολούθησε τὴν μοναχικὴν ζωήν. Διέλαμψε περὶ τὸ τέλος τῆς 17ης καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς 18ης ἑκατονταετηρίδος καὶ ὡς ἀστὴρ νεόφωτος κατελάμπρυνε τὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἔχει συνδέσει τὸ ὄνομά του μὲ τὴν ἵδρυσιν, τὴν συγκρότησιν καὶ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ μικροῦ, ἀλλὰ περιφήμου ἀσκητικοῦ κέντρου τῶν Καυσοκαλυβίων εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου καὶ ὁ ἴδιος ἔζησε τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς, ὡς ἀξιομίμητον παράδειγμα ὅλων τῶν μοναχῶν.
Ἄκακος, πρᾶος καὶ ταπεινὸς ἀνεδείχθη κορυφαῖος τῶν ἀσκητῶν καὶ θεοφόρων Πατέρων τὸ καύχημα.
Ἔζησε ὡς ἐπίγειος ἄγγελος καὶ ἀξιώθηκε μὲ θαυματουργικὴν δύναμιν, μὲ πολλὲς θεῖες δωρεὲς καὶ μὲ τὸ προορατικὸν χάρισμα.
Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Χρύσανθος (1707-1731), ἐπιφανὴς καὶ διακεκριμένος ἱεράρχης, «ὁ πολὺς ἐν σοφίᾳ καὶ φρονήσει», περιοδεύοντας τὰ μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ φήμη τοῦ Ἀκακίου διέτρεχε μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Ἀθωνικῆς Χερσονήσου καὶ «ἀκούοντας πολλὰ» περὶ τοῦ Ὁσίου, διέκοψε τὴν περιοδείαν του διὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ εἰς τὸ ἐρημικόν του σπήλαιον τῶν Καυσοκαλυβίων. Ἐκεῖ, μετὰ τὴν πρώτην συνάντησιν καὶ γνωριμίαν καὶ ἔπειτα ἀπὸ μακρὰν συνομιλίαν ποὺ εἶχε μαζί του «ἐπὶ ἀποῤῥήτων πραγμάτων καὶ θείων μυστηρίων», δὲν ἀπέκρυψε κατὰ τὴν ἀναχώρησίν του τὸν θαυμασμὸν του, τόσον διὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου τοῦ Ὁσίου, ὅσον καὶ διὰ τὸν πλοῦτον τῆς πνευματικῆς του δυνάμεως. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐπιστροφὴν ἐκ τοῦ ταξιδίου του ὁ Πατριάρχης, δὲν ἔπαυσε νὰ διακηρύττη «πανταχοῦ μετὰ παῤῥησίας», ὅτι εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἀκακίου διέκρινε ἕναν νέον Προφήτην Ἠλίαν καὶ ἕναν ἄλλον Βαπτιστὴν Ἰωάννην.
Ὅμως, περὶ τοῦ ὁσίου Ἀκακίου διατυπώθηκαν κατὰ καιροὺς καὶ ἄλλες γνῶμες. Ἰδοὺ μερικὲς ἐξ αὐτῶν ἐξ ἴσου σημαντικὲς καὶ ἀξιόλογες·
α) «Πῶς δὲ νὰ σιωπήσω τὸν ὅσιον Ἀκάκιον τὸν τῇ Σκήτῃ1 τοῦ Καυσοκαλυβίου ἀσκήσαντα, τὸν νεώτερον μὲν εἰς τοὺς χρόνους, εἰς δὲ τοὺς ἀγῶνας φθάσαντα τοὺς παλαιοὺς Ὁσίους; τὸν ἀγρίαις βοτάναις τρεφόμενον, τὸν ἀξιωθέντα πολλῶν ὀπτασιῶν καὶ θείων δωρεῶν, μάλιστα δὲ τοῦ προορατικοῦ χαρίσματος...» [Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809) - Εὐλογίου Κουρίλα - Λαυριώτου, Ἱστορία τοῦ Ἀσκητισμοῦ - Ἀθωνῖται, Τόμος Α´ Θεσσαλονίκη 1929, σελ. 72].
β) «Ὁ βίος τοῦ ὁσίου Ἀκακίου θεωρεῖται πολύτιμος, οὐχὶ μόνον διότι προβάλλει τὸ φωτεινὸν παράδειγμα ἑνὸς νεωτέρου Ἀσκητοῦ ἐφαμίλλου τῶν παλαιῶν ὁσίων Ἀσκητῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς πολυτίμους πληροφορίας τὰς ὁποίας παρέχει περὶ τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἁγίου καὶ λόγῳ τῆς ὑπερανθρώπου αὐτοῦ βιοτῆς, συνῳκίσθη ἀπὸ πλήθη μοναχῶν, αἰνούντων καὶ δοξολογούντων ἄχρι τοῦδε τὸν Κύριον...» (Βίκτωρ Ματθαίου. Εἰς Μέγαν Συναξαριστὴν τῆς Ὀρθοδοξίας, Τόμ. Δ´, Ἔκδοσις Ε´, σελ. 214-227).
γ) «Ὁ βίος τοῦ Ἀκακίου παρέχει πάρα πολλὲς χρήσιμες πληροφορίες διὰ τὴν ἱστορίαν τῶν Καυσοκαλυβίων, διότι ἡ ἀκμὴ τοῦ ὁσίου Ἀκακίου συμπίπτει μὲ τοὺς χρόνους τῆς συστηματικῆς κατοικίσεως τῶν Καυσοκαλυβίων, ἡ ὁποία ἐπραγματοποιήθη μὲ ἀφορμὴ τὴ μεγάλη φήμη τοῦ Ἀκακίου... Εὑρισκόμεθα λοιπὸν πρὸ ἑνὸς ἀληθοῦς καὶ μεγάλου Ἡσυχαστοῦ τοῦ 17ου αἰῶνος, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν ἔγραψε τὰς ὑψηλὰς καὶ μυστικὰς θρησκευτικὰς ἐμπειρίας, τὰς ὁποίας ηὐτύχησε νὰ ἔχη κατὰ τὴν πολυετῆ ἄσκησίν του...» (Στυλιανὸς Παπαδόπουλος· Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος. Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία. Τόμος Α´, σελ. 1174-1176).
δ) «Ἦτο πλήρης θείου φωτός, ὡς πολλάκις εἶδον τοῦτον οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ καὶ κατέστη αἰδέσιμος καὶ περιβόητος εἰς ἅπαν τὸ Ἅγιον Ὄρος... Ἡ ἀρετὴ τῆς πνευματικῆς πολιτείας του διελαλεῖτο πανταχοῦ... Ἀνεδείχθη μέγας ἐν Ὁσίοις κατὰ τοὺς τελευταίους καιροὺς καὶ ἐχρημάτισεν ἐν πολλῇ διακρίσει καὶ πρακτικῇ σοφίᾳ, ὁδηγὸς πολλῶν μοναχῶν καὶ τύπος καὶ παράδειγμα τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας...» (Γεράσιμος Μοναχὸς Μικραγιαννανίτης· Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου Ἀκακίου. Εὐρυτανικὸν Λειμωνάριον, σελ. 134).
ε) «Λαμπρὸν ἀνάστημα τῆς Λαυρεωτικῆς γῆς εἶναι καὶ ὁ ὅσιος Ἀκάκιος ὁ Νέος, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ νεώτερος κατὰ τοὺς χρόνους, ἔφθασεν εἰς τοὺς ἀγῶνας τοὺς παλαιοὺς Ὁσίους... Ἐφλέγετο ὁλόκληρος ἀπὸ τὸν πόθον τῆς ἡσυχίας καὶ ἐπεθύμει νὰ ζήση ὑψηλοτέραν ζωήν... καὶ μαζὶ μὲ τοὺς Ὁσίους, Γρηγόριον Παλαμᾶν, Νήφωνα καὶ Νεῖλον, ἀποτελοῦν τὴν ἱερὰν καὶ ἐπώνυμον χορείαν τῶν μεγάλων Νηπτικῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἠξιώθησαν νὰ φθάσουν εἰς τὰ ἀπρόσβατα διὰ τοὺς πολλοὺς ὕψη τῆς θείας ἐνοράσεως καὶ θεοπτίας... Ἔγινε κτήτωρ τῆς ἱερᾶς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων καὶ εἰς ὀλίγον διάστημα ἀνεδείχθη τέλειος εἰς τὴν ἄσκησιν...» (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Λαυριώτης, Ὁ ἀσκητισμὸς εἰς τὴν Μεγίστην Λαύραν. «Ὀρθόδοξος Τύπος» 13.11.84


«... Νεκρικὴ πανταχοῦ ἐξαπλοῦται σιωπή. Τὰ πάθη σιγῶσι καὶ μόνον ὁ Θεὸς ὁμιλεῖ πρὸς ἀνθρώπους νενεκρωμένους τοῖς πάθεσιν. Ἡ ὕλη δὲν ἔχει πλέον ἐνταῦθα τὴν μαγευτικὴν δύναμιν, τὸ δέλεαρ καὶ ἡ ἀπάτη πίπτει, κόσμος καὶ κοσμοκράτορες ἐν τῇ ἐξάρσει τοῦ πνεύματος ἐκμηδενίζονται... Ὁποία ἀπόλαυσις, ὁποία ἔκστασις, ὅταν ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, ἐνῶ ἡ φύσις κοιμᾶται ὑπὸ τὸ χρυσοφαὲς τῆς σελήνης φέγγος τὸ νήδυμον, ἡ τρομώδης φωνὴ τοῦ ἠχηροῦ σημάντρου διαταράσσουσα τὴν νεκρικὴν ἐκείνην σιγὴν καλεῖ τοὺς εὐσεβεῖς ἀσκητὰς εἰς προσευχήν, ὅτε ἡ κατανυκτικὴ βοὴ καὶ τὸ θεσπέσιον μελώδημα τῆς ἱερᾶς ὑμνωδίας, ὡς θυμίαμα εὐπρόσδεκτον κατευθύνεται πρὸς τὸν οὐρανόν! Ὁ πέπλος ὁ περικαλύπτων τὴν θείαν οὐσίαν ἀποτόμως τότε ἀνασύρεται καὶ ὁ εὐδαίμων θνητὸς ὁμιλεῖ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον μετὰ τοῦ οὐρανίου Πατρός! Δικαίως ἄρα 'τοῖς ἐρημικοῖς μακαρία ζωὴ ἐστι θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένοις'» (Εὐλογ. Κουρίλα, Ἱστορία Ἀσκητισμοῦ, σελ. 45-46).

Ὁ Ἀκάκιος εἰς τὸ Σπήλαιὸν του

Εἰς αὐτὴν τὴν «κεκρυμμένην καὶ ἀπόκεντρον γωνίαν» μετακινήθηκε ὁ Ἀκάκιος καὶ ἀνεζήτησε τὴν κατοικίαν του εἰς ἕνα μικρὸν Σπήλαιον, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερα φέρει τὸ ὄνομά του. Εἰς τὸ μέρος αὐτὸ ἀπεφάσισε νὰ στήση τὴν Καλύβην του καὶ νὰ κλείση ἐκεῖ τὸν κύκλον τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς, ταλαιπωρῶν καὶ κατατήκων τὴν σάρκα, ἐν πείνῃ καὶ δίψῃ, ἐν κόποις καὶ μόχθοις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι καὶ μυρίαις ἄλλαις κακοπαθείαις.
Τὸ Σπήλαιον, ποὺ εἶχε μεταβληθῆ εἰς κέντρον πνευματικῆς ἀκτινοβολίας, δεσπόζει σὲ ὅλη τὴ Σκήτη καὶ κατέχει θέσιν ἐξαιρετική, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀτενίζει κανεὶς τὴν ἀγέρωχη καὶ ὑπερήφανη κορυφὴ τοῦ Ἄθωνος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀστραφτερὴ καὶ ἀπέραντη θάλασσα τοῦ Αἰγαίου. Ἡ εἴσοδός του εἶναι στενή. Ἔχει μῆκος πέντε μέτρων καὶ τὸ ἐσωτερικὸν του εἶναι πιὸ εὐρύχωρο, μὲ διαστάσεις 2Χ3 μέτρα. Διατηρεῖται ἀκόμη ἐκεῖ τὸ κρεβάτι τοῦ Ἁγίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ κορμοὺς μικρῶν δένδρων καὶ σώζεται τὸ ἐργαστήρι του. Διακόσια καὶ πλέον χρόνια διατηρήθηκε ὡς κειμήλιον ἡ λευκὴ κάπα του (λιάρα). Τὴν εἶχε φέρει ἀπὸ τὸ πατρικό του σπίτι καὶ αὐτὴ ἦταν τὸ μοναδικὸ στρῶμα καὶ σκέπασμα σὲ ὅλη τὴ ζωή του.
Ἔξω ἀπὸ τὸν ναΐσκον τοῦ Μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου εἰς τὰ Καυσοκαλύβια σώζεται ἀκόμη ἡ λιθόκτιστη κέλλα (κελλίον), τὴν ὁποίαν ἰδιοχείρως ὁ Ἅγιος ἔκτισε, πρὸς μικρὰν ἀνάπαυσιν τῶν πολυπληθῶν ἐπισκεπτῶν του, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἐκάθητο πάντοτε εἰς τὸ σπήλαιον.
Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσιν εἰς τὸ Σπήλαιον αὐτὸ εἶχε κατοικήσει πολὺ παλαιότερα ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡ Σκήτη ποὺ συγκροτήθηκε ἔπειτα ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια στὴν περιοχὴ αὐτή, ὠνομάσθηκε «Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων» καὶ ἀργότερα «Καυσοκαλύβια». Σχετικὰ μὲ τὴν ὀνομασία τῆς Σκήτης, οἱ βιογράφοι τοῦ ὁσίου Μαξίμου δὲν κάμνουν λόγον. Τὸ ἀναφέρει ὅμως ὁ ἱερομόναχος Ἰωνᾶς στὴ βιογραφία τοῦ Ἀκακίου, βασιζόμενος στὴν παράδοσιν, ποὺ τόσο ζωηρὰ διατηρήθηκε ἐπὶ ἑπτακόσια χρόνια περίπου.
Ἱδρυτὴς τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων
Kαυσοκαλύβια, Αρσανάς


Ὁ Ἀκάκιος ὑπῆρξε ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ ἀσκητοῦ στὴν πιὸ ἰδανικὴ μορφή. Μοναδικὸς εἰς τὴν ἄσκησιν καὶ τὸν οὐράνιον βίον εἶχε ἀπονεκρώσει κάθε σαρκικὸν φρόνημα καὶ μετέβαλε τὴν καρδίαν του «εἰς δοχεῖον τῆς θείας χάριτος».
Μὲ τὶς σπάνιες ἀρετές του ἀνεδείχθη κατὰ τὸν ὑμνωδὸν «κορυφαῖος τῶν ἀσκητῶν καὶ Θεοφόρων Πατέρων τὸ καύχημα».
Ἐξαϋλωμένη μορφή, μὲ πλουσίαν τὴν θείαν χάριν καὶ δωρεὰν εἶχε προσελκύσει εἰς τὸ ἐρημικόν του καταφύγιον, εἰς τὸ Σπήλαιον τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητος, ὅλους τοὺς Πατέρας ἀπὸ τὰ ἀσκητήρια τῆς «Μεταμορφώσεως» καὶ ἀπὸ ἄλλες ἀπομεμακρυσμένες περιοχές. Ἔσπευδαν ὅλοι πλησίον του, νὰ τὸν γνωρίσουν καὶ νὰ στηριχθοῦν στοὺς πνευματικοὺς των ἀγῶνες. Συγκεντρώνονταν καὶ κατοικοῦσαν ἄλλοι στὰ γύρω Σπήλαια καὶ ἄλλοι στὶς Καλύβες ποὺ ἔκτιζαν μόνοι τους.
Τότε ὁ Ὅσιος ἀναγκάσθηκε νὰ κτίση μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια μικρὴ Καλύβη γιὰ τὸν ἑαυτόν του (Καλύβη ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα) καὶ μία ἄλλη γιὰ τὸν ὑποτακτικόν του. Ἔλειπαν ὅμως τὰ χρήματα, γιὰ νὰ ἐπεκταθοῦν οἱ ἐργασίες.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη εἶχε ἐπισκεφθῆ τὴ Σκήτη «ὁ ὀνομαστὸς τῆς Μεγίστης Λαύρας Προηγούμενος, ὁ κὺρ Νεόφυτος ὁ Χῖος», ἕνας ἀπὸ τοὺς θαυμαστὰς τοῦ Ἀκακίου. Ἐκτιμοῦσε πολὺ τὸν Ὅσιον καὶ πῆγε νὰ ἡσυχάση πλησίον του. Κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα διέθεσε ἀρκετὰ χρήματα γιὰ τὴν ἀνέγερσιν κτηρίων εἰς τὴν Σκήτην. Συγκεκριμένα ἔκτισε, τὸ Κυριακὸν τῆς Σκήτης, τὸν Ξενῶνα, τὸ Κοιμητήριον καὶ τὴν ἰδικήν του Καλύβην ὅπου ἔμεινε ὣς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.
Τὸ Κυριακὸν αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ εἶναι τὸ σημερινὸν τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, διότι τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ Καλύβες ἦταν ἐλάχιστες, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ κτίσθηκε ἕνας τόσος μεγαλοπρεπὴς Ναός. Τὸ πρῶτον Κυριακὸν πρέπει νὰ ἦταν κάποια Καλύβη καὶ σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσιν «Τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου». Ὁ Ναὸς αὐτὸς εὑρίσκεται ἀπέναντι ἀπὸ τὸ σημερινὸν Κυριακόν, ἐπάνω ἀπὸ τὸ δρόμο καὶ πρὸς τὴ ῥίζα τοῦ βράχου. Σχετικὴ σημείωσις σώζεται εἰς τὴν Καλύβην τοῦ Ἀκακίου.
Ὁ Νεόφυτος ἦταν τόσο ταπεινός, ὥστε δὲν ἐπέτρεψε νὰ γραφῆ κάπου τὸ ὄνομά του. Οἱ Πατέρες ὅμως, γιὰ νὰ τιμήσουν τὴν μνήμην του, ἔγραψαν ἐπὶ τῆς κάρας του τὴν ἑξῆς ἐπιγραφήν· «1739 Δεκεμβρίου 26 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ μακαρίτης Προηγούμενος κὺρ Νεόφυτος, ὁ ἐκ τῆς νήσου Χίου, ὃς καὶ ἐχρημάτισεν σκευοφύλαξ εἰς Μεγίστην Λαύραν καὶ ἀνεπαύθη εἰς τὸ Κυριακόν, ὅπου αὐτὸς μὲ κόπον καὶ μόχθον ἀνήγειρεν. Αἰωνία αὐτοῦ ἡ μνήμη».
Πότε ἀκριβῶς ἔγινε ἡ πρώτη σύστασις τῆς Σκήτης δὲν ἀναφέρει ὁ Ἰωνᾶς. Δύο χρονολογίες ὅμως προσδιορίζουν τὰ ὅρια μέσα στὰ ὁποῖα τοποθετεῖται ὁ χρόνος ἱδρύσεως αὐτῆς· α) «...ὅτι αὕτη ἡ Σκήτη ἐρημώθη ποτὲ καὶ πάλιν κατῳκίσθη καὶ κατ᾿ ὀλίγον ἐμεγαλύνθη ἀπὸ τὸν θαυμάσιον ἐκεῖνον οἰκήτορα τὸν ἱερὸν Ἀκάκιον, ὅστις ἡσύχαζεν αὐτοῦ τώρα εἰς τοὺς δυστυχεῖς καιρούς μας, ἐν ἔτει ᾳψε´ (1705) περίπου εἴκοσι (20) ἔτη...» (Εὐλ. Κουρίλα, Ἱστορία τοῦ Ἀσκητισμοῦ, τόμ. Α´, σελ. 77), καὶ β) «Τοιαύτη ἡ πρώτη σύστασις τῆς Σκήτης, ἥτις πάντως περὶ τὸ 1720 ὑπῆρχεν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ μαρτυρίου τοῦ Νικοδήμου καὶ Παχωμίου».
Ἀκόμη εἰς τὸ Ψαλτήριον τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης ὑπάρχει ἡ ἑξῆς σημείωσις· «1720 μηνὶ Ἀπριλίου 8. Τὸ παρὸν Ψαλτήριον ἀφιερώθη εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα τοῦ Καυσοκαλύβη εἰς μνημόσυνον τῶν γονέων μου καὶ ἀδελφῶν».
Μὲ τὰ πρῶτα αὐτὰ οἰκήματα καὶ μὲ τὶς Καλύβες ποὺ ἔκτισαν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐμιμήθησαν τὸν Προηγούμενον τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἔγινε Σκήτη ἱκανῶν Πατέρων, ἥτις μένει τῇ πρεσβείᾳ τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἀκακίου, καθ᾿ ἑκάστην αὐξάνουσα καὶ πληθύνουσα.

Εὐσεβῶν γονέων τὸ βλάστημα.
Τῆς πατρίδος ἱερὸν ἐγκαλώπισμα.

Τῶν Ἀγράφων τῶν κλεινῶν μέγιστον ἐντρύφημα.
Ἐργάτην δόκιμον τοῦ θείου θελήματος.
Ταπεινώσεως θεοκίνητον ὄργανον.
Ἀκακίας δένδρου κατάκαρπον.
Τῆς ἐρήμου τὸ κάλλιστον θρέμμα.
Ἀρετῶν διδάσκαλον.
Ὑπόδειγμα τῶν ἐν Ἄθῳ μοναζόντων.
Ἀσκητῶν τὸ κλέος.
Λύχνον τοῦ Ἄθωνος.
Ὁδηγὸν τῶν πεπλανημένων.
Φωστῆρα τῶν ἐσκοτισμένων.
Ἀστέρα νεόφωτον.
Ἀγγέλων ἰσάξιον, καὶ
Ἁγίων ἰσότιμον.


Ἡ Κοινότης Γολίτσης τοῦ Νομοῦ Καρδίτσης, γενέτειρα τοῦ ὁσίου Ἀκακίου, διὰ Προεδρικοῦ Διατάγματος ἐκδοθέντος τὴν 4ην Νοεμβρίου 1927 (ΦΕΚ. 306/1927) μετωνομάσθη εἰς Κοινότητα Ἁγίου Ἀκακίου.