Blogger Widgets

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Η ΙΕΡΑ ΚΑΛΥΒΗ ΑΓΙΟΥ ΑΚΑΚΙΟΥ ΣΤΑ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΑ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ


Στό κρο τς ερς χερσονήσου το ορανογείτονος θω καί κάτω πό τόν θω·στόν κόσμο καί ξω πό τόν κόσμο· κε πού μεγαλόπρεπη γριότητα τς φύσης συναγρυπνε μέ τούς φιερωμένους στόν Θεό ρημτες, ψώνεται τς συχίας κρόπολη, σάν ερό Βμα στό θεόδμητο ναό το γίου ρους, ερά Σκήτη γίας Τριάδος τν Καυσοκαλυβίων.
  στορία τς σκήτης τν Καυσοκαλυβίων συνδέθηκε πό τήν πρώτη στιγμή μέ τό ρχαιότερο συχαστήριό της, τήν Καλύβη το γίου κακίου, μιά πού σ’ ατήν σκήθηκε δρυτής τς Σκήτης, σιος κάκιος Καυσοκαλυβίτης (1630-1730). Πρτος πάντως γνωστός σκητής τς περιοχς στάθηκε μία πό τίς διαπρεπέστερες πνευματικές φυσιογνωμίες το θωνικο μοναχισμο·  κ Μικρς σίας καταγόμενος σιος Μάξιμος Καυσοκαλύβης († περ. 1365). μεγάλος ατός διδάσκαλος τς νοερς προσευχς μέ τά τόσα περφυσικά χαρίσματα, ζντας στήν περιοχή ς διά Χριστόν σαλός καιγε τίς καλύβες πού διος κατασκεύαζε, θέλοντας νά ποκτήσει τήν ψοποιό ταπείνωση. πό τήν προσωνυμία το σίου ‘’Καυσοκαλύβης’’,΄πρε καί τοποθεσία τήν νομασία Καυσοκαλύβια.
  Μέ τή σημερινή θεσμοθετημένη μορφή της, Σκήτη  δρύθηκε στίς ρχές το 18ου αώνα πό τόν σιο κάκιο τόν Καυσοκαλυβίτη.
  σιος κάκιος καταγόταν πό τά γραφα καί γινε μοναχός στή μονή γίας Τριάδος Σουρβις το Πηλίου.
Κατόπιν ναχώρησε γιά τό γιον ρος που γύρω στά 1660 κατέληξε στήν περιοχή ‘’Μεταμόρφωσις’’ πού βρίσκεται περάνω τς σημερινς Σκήτης. καί στήν ποία πρχε μοναστικός οκισμός δη πό τήν ποχή το σίου Μαξίμου το Καυσοκαλύβη (14ος α.). Στά 1680 κατέβηκε πρός τή θάλασσα καί κατοίκησε στό Σπήλαιο πού βρίσκεται στήν νατολική πλευρά τς Σκήτης καί που τέσσερεις αἰῶνες πρίν εχε σκηθε σιος Μάξιμος. 

Παράλληλα σιος κάκιος κτισε μέ τά χέρια του πέτρινο καλυβάκι, γνωστό σμερα καί ς ‘’ρχονταρίκι το γίου’’, που κανε τό ργόχειρό του (κατασκευή ξύλινων κουταλιν) καί στό ποο ργότερα φιλοξενοσε σους ρχόντουσαν νά τόν συμβουλευθον καί νά πάρουν τήν εχή του καί πρεπε κάπου νά διανυκτερεύσουν. Ατός σωζόμενος μέχρι σήμερα οκίσκος ποτέλεσε τό ρχικό κτίσμα τς Καλύβης το γίου κακίου.
  μικρός λλά τόσο καθαγιασμένος χρος το Σπηλαίου, δέν κατάφερε νά καλύψει τίς μεγαλόφωνες βροντές τς ρετς καί τς γιότητας, πού ταν καρποί τς σκησης το κοίμητου στήν πνευματική ργασία καί γρυπνου στήν τήρηση τν θεομίμητων ντολν, σίου κακίου. Τά χαρίσματά του γιναν γνωστά, τόσο στό γιον ρος σο κι ξω π’ ατό. Μοναχοί πό παντο φθασαν δ καί τέθηκαν πό τήν πακοή το σίου, κτίζοντας μικρές καλύβες γύρω πό τήν περιοχή το Σπηλαίου. ταν ργότερα ο μοναχοί αξήθηκαν σέ ριθμό, σιος κάκιος ργάνωσε τή μοναστική τους κοινότητα σέ Σκήτη, ρίζοντάς του καί Τυπικό πού θά κολουθοσε τρόπος τς ζως τους.
  τσι δρύθηκε Σκήτη, πού φιερώθηκε στήν γία Τριάδα. πειδή τό βρόχινο νερό, μέ τό ποο δρεύονταν (πό μία στέρνα πού σώζεται στήν τράπεζα τς Καλύβης το γίου κακίου) δέν παρκοσε, σιος μέ θαμα του, βγαλε τό νερό (γίασμα), μέ τό ποο δρεύεται μέχρι σήμερα λόκληρη Σκήτη·γεγονός πού δήγησε καί στήν περαιτέρω κμή της.
  Στά 1725 τόν σιο κάκιο πισκέφθηκε γνωστός Ρώσος περιηγητής μοναχός Βασίλειος Μπάρσκι. Θά γράψει κατά τή διάρκεια τς κε παραμονς του στίς σημειώσεις του: «πισκέφθηκα να γέροντα, πρτο μεταξύ τν πατέρων τς σκήτης καί διανυκτέρευσα παρ’ ατ. νομάζεται κάκιος. Τιμται πό τούς μοναχούς το θω γιά τήν ρετή του καί εναι πρτος νάμεσα στούς σκητές. κουσα δέ τι εχε προορατικό χάρισμα».νας χαραγμένος σταυρός πού συνοδεύει τήν πίσης χαραγμένη χρονολογία 1725 προέρχεται πολύ πιθανόν πό τό χέρι το ρώσου περιηγητ, ποος συνήθιζε κατά τίς πισκέψεις του σέ διάφορα στορικά μνημεα νά φήνει γραπτές γχάρακτες νθυμήσεις.


Τόν σιο κάκιο πισκέφθηκε καί φιλοξενήθηκε π’ ατόν στήν Καλύβη του καί πατριάρχης εροσολύμων Χρύσανθος (1707-1730). διαπρεπής ατός εράρχης, κούγοντας γιά τίς ρετές καί τά χαρίσματα το σίου καί μφιβάλλοντας, λθε ξεπίτηδες νά διαπιστώσει άν ατά σχύουν. «Καί μείνας παρά τ σί καί διά πείρας γνούς τήν λήθειαν, πέστρεψεν κρυξ μεγαλόφωνος», λέγοντας: «Εδον λλον λίαν καί ωάννην τόν Βαπτιστήν· εδον περισσότερον τς κος» (μαρτυρία το Θεοδώρητου Λαυριώτη το ξ ωαννίνων, πού διασώθηκε στό βιβλίο το Πορφυρίου Οσπένσκι, Α’ Περιοδεία στίς μονές καί τίς σκτες το θω, Μόσχα 1880). 
  ργότερα, σκευοφύλακας τς Λαύρας προηγούμενος Σάββας μς πληροφορε τι Σκήτη «μεγαλύνθη καί ηξησεν πό ναν κάκιον, σκητήν προκομμένον καί ες τά ψυχικά τέλειον, στις σκήτευεν κε τώρα ες τούς καιρούς μας, γουν ες τούς ψκ’ (1730), μέ μεγάλην σκησιν τρισόλβιος ... Ες δέ τό γρας του κτισε μικράν καλύβην. Λαβοσα λοιπόν τήν ρχήν καί αξησιν σκήτη ατή πό τόν ελογημένον ατόν, μέρ τ μέρ λον αξάνει...» (Προσκυνητάριον   Μεγίστης Λαύρας, Βενετία 1772). 
Τή θαυμαστή πολιτεία το σίου κακίου μιμήθηκαν σέ λα τρες κυρίως πό τούς μαθητές του, πού σκήθηκαν πί χρόνια ς ποτακτικοί του στήν καλύβη του καί ο ποοι ργότερα μολόγησαν τήν πίστη τους στόν Χριστό, φο προετοιμάστηκαν πνευματικά πό τόν σιο. Πρόκειται γιά τόν σιομάρτυρα Ρωμανό πό τά γραφα, πού μαρτύρησε στήν Κωνσταντινούπολη στά 1694 (5 ανουαρίου), τόνσιομάρτυρα Νικόδημο πό τή Βόρειο πειρο, πού μαρτύρησε στό Μπεράτι τς λβανίας στά 1722 (11 ουλίου) καί τόν σιομάρτυρα Παχώμιο, μογενή πό τήν Κάτω Ρωσία, πού μαρτύρησε στή Μικρά σία στά 1730 (7 Μαΐου, τς ναλήψεως το Σωτρος). 

Τό μαρτύριό τους πως καί πολλν λλων Νεομαρτύρων τς κκλησίας μας, συνέταξε λόγιος ερομόναχος ωνς Καυσοκαλυβίτης († 1765), τελευταος ποτακτικός το σίου κακίου, βιογράφος καί μνογράφος του, πό τίς σημαντικότερες πνευματικές γιορείτικες μορφές κατά τόν 18ο α. παπα-ωνς διαδέχθηκε τόν σιο κάκιο τόσο στή γεροντία τς Καλύβης το γίου κακίου σο καί στό Δικαιτο τς Σκήτης. Κατόπιν πιθυμίας το σίου κακίου παπα-ωνς κτισε τό σημερινό Κυριακό τς σκήτης (1745) καί τό παρεκκλήσι τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου τς Καλύβης το γίου κακίου (1747). Φρόντισε μάλιστα καί γιά τήν γιογράφηση καί διακόσμηση τν δύο ναν (τρίτο τέταρτο 18ου α.). Μέ τόν τρόπο ατό Καλύβη το γίου κακίου κτός πό γιοτόκος κατέστη καί κτιτορική καλύβη τς Σκήτης καθώς σ’ ατήν ζησαν τόσο δρυτής της σο καί κτίτορας το Κυριακο ναο της.
  λλοι χαρισματοχοι Γέροντες τς Καλύβης σαν ερομόναχος Πελάγιος (†1788), νακαινιστής καί γούμενος τς μονς Προυσο Ερυτανίας, γέρων Γεδεών († 1896) καί σύγχρονος γέρων ερόθεος († μέσα 20ο α.).

Σήμερα, στή εσοδο το εκοστο πρώτου αώνα, Καλύβη το γίου κακίου μέ τή χάρη τς γίας Τριάδος, τίς πρεσβεες τς Κυρίας Θεοτόκου, στήν ποία σιος κάκιος φιέρωσε τό ναό, καθώς καί τν γίων Μαξίμου, κακίου, Ρωμανο, Νικοδήμου καί Παχωμίου, διανύει δη τόν  τέταρτο αώνα τς στορίας της. νακαινισμένη πλήρως κτιριακς σήμερα κ βάθρων, προσπαθε νά κπληρώσει τή διπλή ποστολή της: ς τόπος μετανοίας, σκησης καί ρθς βίωσης τς μοναχικς ζως καί ς ερό Προσκύνημα τν χώρων στούς ποίους σκήθηκαν ο παραπάνω γιοι. Στό γιοτόκο ατό συχαστήριο προσκυνητής χει τή δυνατότητα νά πισκεφθε τά ξς:
α) Τό ερό Σπήλαιο τν σίων Μαξίμου καί κακίου, πού εναι καί γενέθλιος τόπος τς Σκήτης καί που φυλάσσεται ς κειμήλιο τμμα τς κλινοστρωμνς το σίου κακίου.
β) Τό περικαλλές καί κατανυκτικό παρεκκλήσι τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου. Κτισμένο στά 1747 στήν κορυφή το βράχου το Σπηλαίου, εναι τό ρχαιότερο σωζόμενο παρεκκλήσι τς Σκήτης. ναός, θαυμαστό μνημεο κκλησιαστικς τέχνης, πλήρως νακαινισμένος στίς μέρες μας (μετά τήν καταστροφή του πό πυρκαϊά τό 1988 λλά καί τίς καθιζήσεις δαφν), κοσμεται πό ξυλόγλυπτο περίτεχνο τέμπλο, φιλντισένια καί σεντεφένια προσκυνητάρια, ξαίρετες φορητές εκόνες, λλα φιερώματα καί ερά λείψανα.
  Στήν πέρθυρη κόγχη τς εσόδου το ναο εναι στορημένη περίβλεπτος τοιχογραφία τς Θεοτόκου βρεφοκρατοσας. Γιά τήν εκόνα ατή καί γενικότερα γιά τόν ρχαο ατό ναό, κ Σκοπέλου γιορείτης λόγιος μοναχός Καισάριος Δαπόντες († 1784) συνέθεσε τό ξς πίγραμμμα: 
 «Καί ζω­γρα­φία θαυ­μα­στή λ­λην παρά κα­μμίαν
 καί Πα­να­γία θαυ­μα­στή ­πέρ τήν ζω­γρα­φίαν.
 Μα­κά­ριος ε ­ων, διά τήν κ­κλη­σίαν,
 μα­κά­ριος ε ­δελφέ, διά τήν ζω­γρα­φίαν.
 λλά μα­κα­ρι­ώ­τε­ρος διά τήν μα­κα­ρίαν
 ταύ­την καί ­ξι­ά­γα­στον ε­κόνα τήν ­γίαν».
  Προχωρντας στό σωτερικό το ναο παρατηρομε τι ατός εναι κατάγραφος πό τοιχογραφίες το τους 1759, δημιουργία το ργαστηρίου το ερομονάχου Παρθενίου το ξ γράφων το Σκούρτου, πού στόρησε πίσης καί τό Κυριακό τς Σκήτης. Διαβάζουμε στήν κτι­το­ρι­κή ­πι­γρα­φή πού βρί­σκε­ται στό δυ­τι­κό πλά­γι­ο το­ί­χω­μα το βο­ρει­νο πα­ρα­θύ­ρου το ναο (σωτερικά):
 « ­δο πά­τερ ­νη­σα τήν ­ντο­λήν σου καί ­νή­γει­ρα το­τον τόν θε­ον δό­μον θε­ί­ συ­νάρ­σει, ες δό­ξαν τς πα­νά­γνου, καί ­κό­σμη­σα σε­πτν ­κτυ­πω­μά­των, ς μ' ­πέ­τα­ξας ­ταν ν σοί προ­σλ­θον· καί ­πέ­δει­ξας πνευ­μα­τι­κόν σου τέ­κνον καί ­νέ­δυ­σας σχ­μα τν μο­νο­τρό­πων. Δέομαι το­ί­νυν μή πα­ύ­σ προ­στα­τε­ύ­ειν, σύν τ ρω­μα­ν καί κλει­ν πα­χω­μί­ καί τος σύν α­τος μάρ­τυ­σι καί ­σί­οις, ­πως ν τέ­λει ­νύ­σω θε­α­ρέ­στ καί ­ξι­ω­θ τς ­μν ξυ­ναυ­λί­ας, θε­ί­ ­λέ­ει τας ­μν ­κε­σί­αις α­­νας ες ­πα­ντας ο με­τρου­μέ­νους. Τλή­μων ­ω­νς, α­τω­λός α­κεν­δύ­της, τ χιλιοστ πτακοσιοστ πε­ντη­κο­στ ν­νά­τ ­τει τ σωτηρί­ μη­νί ­ου­λί­ τε ­τε­λει­ώ­θη».


μεταβυζαντινή τέ­χνη το ζω­γρά­φου καί το συνεργε­ί­ου του πού ­στό­ρη­σαν τό πε­ρι­καλ­λές α­τό πα­ρεκ­κλή­σι, ­ντάσ­σε­ται στό ­να­νε­ω­τι­κό καλ­λι­τε­χνι­κό ρε­μα, κα­θα­ρά ­γι­ο­ρε­ί­τι­κο, πού μ­φα­νί­ζε­ται τό πρ­το τέ­ταρ­το το 18ου α. καί προ­τε­ί­νει τήν ­πι­στρο­φή καί ­ντι­γρα­φή τν πα­λαι­ό­τε­ρων προ­τύ­πων τς τέ­χνης τς ­πο­χς τν Πα­λαι­ο­λό­γων καί κυ­ρί­ως τς συμ­βα­τι­κά λε­γό­με­νης "Μα­κε­δο­νι­κς" Σχο­λς, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία το ερομονάχου Διονυσίου το κ Φουρν († περ. 1746), το ποίου λλωστε ργα πάρχουν στά Καυσοκαλύβια. νάμεσα στίς τοιχογραφίες ξεχωρίζουν παράσταση τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου καί τς ναλήψεως το Κυρίου, μία ντυπωσιακή σύνθεση μέ τό ‘’ραμα το γίου κακίου’’, που εκονίζονται σιος κάκιος καί ο σιομάρτυρες Ρωμανός καί Παχώμιος καθώς καί μέ ντονο δογματικό καί ντιαιρετικό περιεχόμενο σύνθεση μέ τόν γιο Μρκο τόν Εγενικό πίσκοπο φέσου, πέρμαχο τς ρθοδοξίας. πό τίςφορητές εκόνες ξεχωρίζουν ‘’Σύναξις τν ν τ Καυσοκαλυβί σίων’’, ‘’ σιομάρτυς Ρωμανός’’, ‘’ σιομάρτυς Παχώμιος [ ποος] πρό το μαρτυρίου περχόμενος λαμβάνει τήν εχή το σίου κακίου’’ καί ‘’ γιος Χαράλαμπος Ταχύς Βοηθός’’, λες ργα τν μέσων το 18ου α.
   τελευταία ατή, μικρή μέν λλά φέστιος γιά τήν Καλύβη ερά εκόνα το γίου Χαραλάμπους, φείλει τήν στόρησή της στό ξς θαυμαστό γεγονός: Μετά τήν ­να­κο­μιδή τν λει­ψά­νων το ­σίου ­κα­κίου στά 1733, τά ποα βρέ­θη­καν κ­πέμ­ποντα ρ­ρητη ε­ω­δία καί μ­φα­νί­ζοντα πε­ρι­φαν στοι­χεα ­γι­ό­τη­τας κα­τα­ξι­ω­μέ­νης τόσο στό ­γιον ­ρος σο καί στή Με­γάλη το Χρι­στο κ­κλη­σία, παπα-­ω­νς τα­ξί­δεψε στήν Κων­σταν­τι­νού­πολη φενός μέν γιά νά διακονήσει -κατόπιν πρόσκλησης το Πατριαρχείου- ς πνευματικός καί φετέρου γιά νά φροντίσει νά βρε οκονομικούς πόρους, ­στε νά κτι­σθον τόσο τό Κυ­ρι­ακό τς σκή­της σο καί ναός τς Κα­λύ­βης του. ­κείνη ­μως τήν ­ποχή συ­νέ­πεσε νά ­χει ­πι­πέ­σει φο­βε­ρός καί θα­να­τη­φό­ρος λοι­μός στήν Πόλη, ­δη­γν­τας στό θά­νατο χι­λι­ά­δες πό τούς κα­τοί­κους της. ­κόμη καί ­διος παπα-­ω­νς προ­σβλή­θηκε πό τήν ­πά­ρατη γιά τήν ­ποχή ­κείνη νόσο. Προ­σευ­χή­θηκε τότε στό γέ­ροντά του ­σιο ­κά­κιο λλά καί στόν ­γιο Χα­ρά­λαμπο, το ­ποίου τά θαύ­ματα τά σχε­τικά μέ τήν πα­νώλη ­ταν πολλά. Τότε το πα­ρου­σι­ά­σθηκε σέ ­ραμα ­γιος Χα­ρά­λαμ­πος, ­ποος τόν δι­α­βε­βαί­ωσε τι χι μόνο ­διος θά θε­ρα­πευ­θε λλά καί πι­στός λαός θά λυ­τρω­θε πό τή φο­βερή ατή μά­στιγα.
  Τό θαμα ­γινε καί τό γε­γο­νός ­γινε γρή­γορα γνω­στό πό τόν κύ­κλο τν πνευ­μα­τι­κν παι­διν, πού πε­ρι­έ­βα­λλαν τόν παπα-­ων, καί ο ­ποοι ς α­τό­πτες τς θε­ρα­πείας του δι­έ­δω­σαν στήν πόλη τό θαμα. Τότε πρός δό­ξαν Θεο καί σέ νδειξη ε­γνω­μο­σύ­νης πρός τόν Καυ­σο­κα­λυ­βίτη πνευ­μα­τικό, ο πι­στοί δι­ε­νήρ­γη­σαν ­ρανο σ’ λη τήν πόλη, διά το ­ποίου παπα-­ω­νς, πρα­γμα­το­ποι­ν­τας τήν ν­τολή το γέ­ροντά του, ­κτισε τούς δύο προ­α­να­φερ­θέν­τες να­ούς.
  Σέ ­νά­μνηση μά­λι­στα το πα­ρα­πάνω θαύ­μα­τος, παπα-­ω­νς πα­ρήγ­γειλε σέ ­γι­ο­γράφο ε­κόνα το ­γίου Χα­ρα­λάμ­πους, πού σώ­ζε­ται καί σή­μερα ς κει­μή­λιο στήν Κα­λύβη το ­γίου ­κα­κίου. Στή μι­κρή λλά ­φέ­στιο ατή ε­κόνα, ε­κο­νί­ζε­ται στή μέση θαυ­μα­τουρ­γός ­γιος, φέ­ρον­τας τήν ­πι­γραφή « τα­χύς βο­η­θός», ν κάτω δε­ξιά πα­ρι­στά­νε­ται γο­να­τι­στός ­ω­νς, μέ μο­να­χική πε­ρι­βολή. Στά ­ρι­στερά τς σύν­θε­σης ε­κο­νί­ζε­ται πα­νώλη, μέ τή μορφή μέ­λα­νος δαί­μο­νος, πού ­πο­μα­κρύ­νε­ται πα­νι­κο­βλη­μέ­νος. ­δι­αί­τερα ση­μαν­τική ε­ναι καί ­πι­γραφή, πού ­πο­δί­δει λόγο το ­γίου Χα­ρα­λάμ­πους: «κ τς λοι­μι­κς ­ω­ν ­ρρυ­σά­μην / προσ­δρα­μντα μοι πόθ καί προ­θυ­μί», πού πιό ­πλο­ϊκά ση­μαί­νει τι: «πό τήν νόσο το λοι­μο ­γλύ­τωσα τόν ­ων, ­ταν ­κε­νος κατέφυγε σέ μένα, μέ πόθο καί προ­θυ­μία».
  Στό ναό τς Καλύβης φυλάσσονται τμήματα τν ερν λειψάνων το σίου κακίου (κάτω σιαγόνα, δόντες κ.) κπέμποντα ρρητη εωδία, πού ασθητοποιε τή χάρη καί τήν ελογία το σίου πρός σους μετά πό τόσο κόπο προσέρχονται νά προσκυνήσουν στό ερό Σπήλαιο καί τό ναό τς Παναγίας καί νά ζητήσουν τίς πρεσβεες το σίου. Φυλάσσονται πίσης τμήματα το ερο λειψάνου το σιομάρτυρα Παχωμίου, νός πό τούς γίους τς Καλύβης.
γ) προσκυνητής μπορε πίσης νά δε τό ‘’ρχονταρίκι’’ το σίου κακίου καθώς καί τήν ρχαα στέρνα στήν ποία σιος συγκέντρωνε τό βρόχινο νερό, πρίν τό θαμα το γιάσματος.

 Στήν πλούσια βιβλιοθήκη τς Καλύβης φυλάσσονται χειρόγραφα καί ντυπα βιβλία, τόσο παλαιά σο καί σύγχρονα, παλαιές χαλκογραφίες κ..
  Στήν νακαινισμένη σήμερα Καλύβη το γίου κακίου καλλιεργονται μέ τή χάρη το Θεο ερή τέχνη τς γιογράφησης ερν εκόνων, παρασκευή καί διακόσμηση κολλύβων καθώς καί συγγραφή καί κδοση βιβλίων πού προβάλλουν, μέσα πό τήν πιστημονική μελέτη τν πηγν, τούς γίους, τήν πνευματικότητα, τήν στορία καθώς καί τή μεταβυζαντινή τέχνη τόσο τς Σκήτης τν Καυσοκαλυβίων σο καί το γίου ρους γενικότερα.
  Καλύβη πανηγυρίζει πίσημα τή μνήμη το γίου κτίτορά της σίου κακίου το Καυσοκαλυβίτου, κατά τήν Κυριακή τν Μυροφόρων, μέ λονύκτιο γρυπνία. Μέ διαίτερο πίσης τρόπο τιμται ορτή τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου καθώς καί ο μνήμες το σίου Μαξίμου το Καυσοκαλύβη καί τν σιομαρτύρων Ρωμανο, Νικοδήμου καί Παχωμίου.
  Στούς ελαβες προσκυνητές πού χι χωρίς κόπο φθάνουν δ, στά πάντερπνα Καυσοκαλύβια καί στήν γιοτόκο καί στορική Καλύβη το γίου κακίου, εχόμαστε Κύριος, μέ τίς πρεσβεες το σίου κακίου καί τν σύν ατ, νά νταποδίδει πλούσια τήν θεία χάρη Του.