Blogger Widgets

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

ΙΜ ΚΟΡΩΝΗΣ ΑΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Στο ανατολικό τμήμα της Νότιας Πίνδου, στον ορεινό όγκο των Αγράφων και πάνω από τον κάμπο της Καρδίτσας, σε μια κατάφυτη από βελανιδιές και καστανιές πλαγιά, όπου το κελάρυσμα των πηγών γίνεται ένα με το κελάηδισμα των αηδονιών, πάνω σ' ένα φυσικό μετέωρο μπαλκόνι, απ' όπου βλέπει κανείς όλο τον Θεσσαλικό κάμπο κι αγναντεύει απ' τον Όλυμπο μέχρι το Πήλιο και τον Τυμφρηστό, στέκει αγέρωχα αιώνες τώρα, πέρα και πάνω από τον χρόνο, το Μοναστήρι της Παναγιάς της Κορώνας, που τιμά το Γενέθλιον της Θεοτόκου. Το μοναστήρι που πήρε την ονομασία του από την τοποθεσία που βρίσκεται, σαν Κορώνα δηλαδή, στέφει τον εύφορο κάμπο της Θεσσαλικής γης από ύψος 800μ περίπου, βρίσκεται δίπλα στην Λίμνη Νικ. Πλαστήρα, στην ανατολική πλευρά της.  

Η ιστορία της Ιεράς Μονής αρχίζει τον 12ο αιώνα και συγκεκριμένα το 1123, όταν βρίσκεται με θαυμαστό τρόπο η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Κορώνης, και γίνεται αιτία της ιδρύσεως της Ι. Μονής. Κτίτωρ της Μονής είναι ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης ο Κομνηνός ο Β΄.

Οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Θ΄ ο Ιερομνήμων (1111 - 1134), Λέων ο Στυππής (1134 - 1143) και Μιχαήλ Β΄ ο Κουρκουνάς (1143 - 1146) με Πατριαρχικά συγίλλια αναγνώρισαν την Μονή, ως Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή.


Η Μονή καταστρέφεται από βαρβαρικές επιδρομές τον 16ο αιώνα και ξαναχτίζεται αμέσως με νέο κτίτορα τον Ανδρέα Μπούνο. Από το κτιριακό συγκρότημα αυτό σήμερα σώζεται μόνο το Καθολικό, το οποίο παρ΄ όλες τις επεμβάσεις μπορεί να πεί κανείς ότι διατηρείται σε άριστη κατάσταση.


Το Καθολικό είναι αφιερωμένο στο Γενέθλιον της Θεοτόκου και ανήκει στον αθωνικό τύπο. Ο ρυθμός του δε είναι τρίκογχος τετρακιόνιος μετά τρούλου. Οι τοιχογραφίες που το κοσμούν είναι της ιδίας εποχής και έχουν αγιογραφηθεί από κάποιο μοναχό επ΄ ονόματι Δανιήλ "άζευκτο". Ο αγιογράφος ακολουθεί την "Κρήτική Σχολή" και δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στα πρόσωπα και στην πτυχολογία των ενδυμάτων.


Το Καθολικό είναι "κατάγραφο", δηλ. από τον τρούλο μέχρι το δάπεδο. Μεταξύ των τοιχογραφιών που διακρίνονται είναι ο ενταφιασμός της Θεοτόκου πάνω από τον Ν. Δ. κίονα του κυρίως ναού, η Παναγία "Η επίσκεψις" που εικονίζει την Θεοτόκο να κάθεται κάτω "οκλαδόν" και να παίζει με τον Χριστό στη λιτή και ο κτίτωρ που στέκεται όρθιος ντυμένος με τοπική ενδυμασία και στα χέρια του κρατάει ομοίωμα του ναού που το παραδίδει στην Θεοτόκο που βρίσκεται δίπλα του ένθρονη.


Το Καθολικό είναι χωρισμένο σε τέσσερα τμήματα: α) ο Εξωνάρθηκας, β) η Λιτή, γ) ο Κυρίως Ναός και δ) το Ιερό Βήμα.


Το τέμπλο είναι έργο αρχών του 1700 και έχει φιλοτεχνηθεί από λαϊκούς ξυλογλύπτες, με πιθανή καταγωγή από την Ήπειρο. Θεωρείται από τα καλύτερα του Θεσσαλικού χώρου. Είναι πλούσια διακοσμημένο από το φυτικό και ζωϊκό βασίλειο. Στα θωράκιά του υπάρχουν ανάγλυφες παραστάσεις από: τον θρήνο των πρωτοπλάστων για τον χαμένο παράδεισο, τον διωγμό των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο, της Θυσίας του Αβραάμ και της πορείας Αβραάμ και Ισαάκ στον τόπο της Θυσίας.


Οι εικόνες του τέμπλου είναι έργα του 16ου και του 18ου αιώνα.
Στη βορεινή πλευρά του Καθολικού είναι προσκολλημένο Παρεκκλήσιο το οποίο χρονολογείται στις αρχές του 1700 και είναι αφιερωμένο προς τιμή του Τιμίου Προδρόμου. Κτίτορας είναι ο Αποστόλης από τα Βραγγιανά της Καρδίτσας, που εικονίζεται να κρατάει την εικόνα του Προδρόμου. Οι τοιχογραφίες είναι του 1739 λαϊκής τέχνης και έχουν γίνει από κάποιο άγνωστο λαϊκό αγιογράφο.

Στην Ιερά Μονή στα μέσα περίπου του 16ου αιώνα έρχεται για να μονάσει ο ’γιος Σεραφείμ Αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου. Η υπακοή του και η αγάπη του για τον Χριστό τον κάνουν να φτάσει στα ύπατα αξιώματα. Έτσι χειροτονείται διάκονος και αργότερα πρεσβύτερος, και όταν μετά από καιρό εκοιμήθη εν Κυρίω ο Ηγούμενος της Μονής, οι πατέρες εκλέγουν νέο Ηγούμενο τον Σεραφείμ. Ποιμένας ψυχών οδηγεί τα παιδιά του "εις νομάς σωτηρίους" και γίνεται παράδειγμα προς μίμηση, η φήμη δε της ασκητικής και αγίας ζωής του έφτασε μέχρι το Οικουμενικό Πατριαρχείο.


Μετά την κοίμηση του επισκόπου Φαναρίου και Καππούης Λαυρεντίου το 1587, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου, εκλέγει νέο Επίσκοπο Φαναρίου και Καππούης τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κορώνης Σεραφείμ και το 1592 τον ανυψώνει σε Αρχιεπίσκοπο Φαναρίου και Νεοχωρίου.


Η δράση του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ είναι τέτοια που προκαλεί την οργή και το μένος των Τούρκων. Δεν χάνουν ευκαιρία και τον κατηγορούν ότι έλαβε μέρος στην επανάσταση του Διονυσίου του Φιλοσόφου (Σκυλοσόφου) το 1600. Έτσι τον συλλαμβάνουν και του προτείνουν να αλλάξει την πίστη του, εκείνος αρνείται και από εκείνη την στιγμή αρχίζει τό μαρτύριο του Αγίου Σεραφείμ, όπου τον μαστιγώνουν, βάζουν επάνω του μια μεγάλη πέτρινη πλάκα, του κόβουν την μύτη, τον σουβλίζουν ζωντανό, και τέλος τον αποκεφαλίζουν. Έτσι, ο ’γιος Σεραφείμ παραδίδει την αγία του ψυχή στις 4 Δεκεμβρίου του 1601 στην έδρα της επισκοπής του στο Φανάρι Καρδίτσης. Η τύχη του σώματος του είναι άγνωστη, η Αγία του Κάρα όμως φυλάσσεται στην μονή της μετανοίας του, την Μονή Κορώνης, όπου είναι άγρυπνος φρουρός, προστάτης της και πολιούχος. 






Η παιδική και εφηβική ζωή του Σεραφείμ.





Μια από τας μεγάλας και αγίας μορφάς των Ελλήνων Νεομαρτύρων της Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας είναι και η ιερά φυσιογνωμία του ιερομάρτυρος Σεραφείμ, Αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου, του Θαυματουργού. Τα ’γραφα δεν ανέδειξαν μόνον "αρματωλούς και κλέφτες" αλλά και μάρτυρας και Αγίους, μεταξύ δε αυτών των ηρώων και μαρτύρων της Πίστεως και της Πατρίδος τήν πρώτην θέσιν κατέχει ο ’γιος Σεραφείμ.

Ούτος κατήγετο από εν χωριόν του τεως Δήμου Νεβροπόλεως, τήν Μπεζιούλαν, η οποία κείται παρά τους πρόποδας των Αγράφων και απέχει της Καρδίτσης 42 χιλιόμετρα, έφερε δε τελευταίως το όνομα "’γιος Σεραφείμ" το οποίον δυστυχώς ήλλαξαν. Σώζονται ακόμη και δεικνύονται τα ερείπια της οικίας του, εκεί ένθα ακριβώς ο πρώην Ηγούμενος της Ι. Μονής Κορώνης μακαριστός Ιερομόναχος Ιάκωβος Κουτρούμπας έκτισεν εικονοστάσιον πρός τιμήν του Αγίου. Πότε ακριβώς εγεννήθη ο Σεραφείμ δεν γνωρίζομεν, πάντως κατά τα μέσα περίπου του ΙΣΤ' μ.Χ. αιώνος το κατά κόσμον ονοματεπώνυμόν του ήτο Σωτήριος Αθανασίου. Οι γονείς του, Σωφρόνιος και Μαρία, ευσεβείς και ενάρετοι χριστιανοί, προσεπάθησαν να αναθρέψουν τον μικρόν Σεραφείμ "εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου" (Εφεσ. στ'4). Χωρίς να γνωρίζουν πολλά γράμματα, έζων συμφώνως με το θέλημα του Θεού και με το καλόν των παράδειγμα έκαμαν το παιδί των ν' αγαπήση με όλην την νεανικήν του φλόγα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Τον εδίδαξαν να μην αγαπά τα πλούτη, να μη ζητή την φθαρτήν δόξαν, ούτε να υποχωρή εις τας ταπεινάς και αμαρτωλάς ηδονάς και απολαύσεις του κόσμου τούτου.
Ο μικρός Σεραφείμ μετά προσοχής ήκουε τας συμβουλάς των γονέων του, τους εσέβετο και τους ηγάπα πολύ. Επίσης ήτο υπάκουος και εις τους μεγαλυτέρους του χωριού και πρόθυμος να κάμνη διάφορα θελήματα αυτών. Ιδιαιτέρως εσέβετο τους ιερείς του χωριού του. Εμαθήτευσε το πρώτον εις το σχολείον της μικράς Μονής του Αγίου Παντελεήμονος, έξω από το χωρίον του, ανεδείχθη τύπος και υπόδειγμα επιμελούς μαθητού. Εδιδάχθη τα Ιερά Γράμματα, το Ψαλτήριον, την Οκτώηχον και τον Απόστολον. Προ πάντων ηυχαριστείτο την μελέτην των Αγίων Γραφών και ιδιαιτέρως εμελέτα το βιβλίον των βιβλίων, το βιβλίον της ζωής, το ’γιον και Ιερόν Ευαγγέλιον. Ηρέσκετο ακόμη να εντρυφά εις τους βίους των Αγίων της Εκκλησίας και προσεπάθει να μιμήται το παράδειγμα εκείνων. Είχεν εκκλησιαστικόν φρόνημα και η ψυχή του έρρεπε προς τον ησυχαστικόν βίον.
Επεθύμει με άλλους λόγους, ν' απαρνηθή τον εαυτόν του, να άρη τον σταυρόν και να ακολουθήση τον Χριστον. Αυτός ο πόθος έκαιε την καρδίαν του. Τον πόθον του και τον ζήλον εκείνον ανεπτέρωνεν η Ιερά Μονή της Κυρίας Θεοτόκου ή της Κρυεράς Πηγής των Αγράφων, όπως άλλως ελέγετο η Ιερά Μονή Κορώνης τότε. Αυτή δεν απείχε πολύ από την Μπεζούλαν. Δι' αυτό αι τακτικαί επισκέψεις των Μοναχών, αι συνομιλίαι αυτού μαζί των και προ παντός το καλόν παράδειγμα αυτών ηλέκτριζον τον φλογερόν Σεραφείμ και τον προπαρασκεύαζον να δοξάση μίαν ημέραν τον Χριστόν.




Ο Άγιος σταυρώνεται και βάζεται επάνω του μέγας λίθος και κόπτεται η μύτη του.

 

Ο Σεραφείμ Μοναχός, Ηγούμενος της Μονής Κορώνας και Αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου.

Όταν ο Σεραφείμ ήλθεν εις νόμιμον ηλικίαν, οι ευγενείς του πόθοι και τα παιδικά του όνειρα ήρχισαν να πραγματοποιούνται. Λαμβάνει οριστικώς πλέον την μεγάλην απόφασιν, να αρνηθή τον κόσμον και τα του κόσμου όλα. Αφήνει λοιπόν το χωρίον του, αποχαιρετά τους ιδικούς του και αποφασίζει να επισκεφθή τας Ιεράς Μονάς των Αγράφων. Τέλος φθάνει και εις το Μοναστήρι της Κορώνης. Εκεί είδεν ότι αυτό ήτο ένα άξιον Πνευματικόν εργαστήριον, όπου η εργασία, τα Γράμματα και η αρετή έλαμπον. Ταύτα ηλέκτρισαν την ψυχήν του και έμεινε πλέον εκεί, αφού ενεδύθη το αγγελικόν σχήμα και ετάχθη εις τον χόρον των Μοναχών. Ηγάπα την αγρυπνίαν, την νηστείαν, τα δάκρυα, τας ευχάς και ψαλμωδίας, και των Γραφών την μελέτην. Προ πάντων διεκρίθη δια την αγάπην προς τους Μοναχούς και την τελείαν υποταγήν εις τον Ηγούμενον. Όταν ήκουε το σήμαντρον, ως η έλαφος έτρεχεν εις τον Ναόν, όπου προσηύχετο και έψαλλε, δεν εξήρχετο δε απ' εκεί, πριν γίνη η απόλυσις. Ούτω κατώρθωσε να ξεπεράση όλους εις την αρετήν και ν' αποσπάση την αγάπην και την εκτίμησιν πάντων των αδελφών της Ιεράς Μονής.

Δι' αυτό με κοινήν ψήφον και απόφασιν, αφού διήλθε τους κατωτέρους βαθμούς της Ιερωσύνης γενόμενος Αναγνώστης και Υποδιάκονος, εχειροτονήθη Διάκονος κατά τους Ιερούς της Εκκλησίας Κανόνας. Όταν διήλθε τα υπό των Ιερών Κανόνων εις τον βαθμόν του Διακόνου έτη, εγένετο Ιερεύς και μετά Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Κορώνης. Επί της ηγουμενίας του αι Μοναχικαί αρεταί ως λαμπάδες έκαιον ακαταπαύστως και η καθαρά προσευχή, ως θυμίαμα εύοσμον ενώπιον του θρόνου του Θεού, κατηυθύνετο προς τον Ουρανόν. Οι προσκυνηταί με τα τόσα δεινοπαθήματα, τα οποία υφίστατο εκ μέρους των Τούρκων, εύρισκαν εκεί τον ασφαλή λιμένα και ήρχοντο δια να αντλήσουν δύναμιν, θάρρος και παρηγορίαν. Τα δε σκλαβόπουλα εις τον νάρθηκα της Ιεράς Μονής πολλάκις ήκουον λόγια του Αγίου, παρόμοια με τα λόγια του ποιητού:




«...Μη σκιάζεστε στα σκότη:

η λευτεριά σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι
της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρη» (Ι. Πολέμης)




Η φήμη του Σεραφείμ ως Ηγουμένου υπερέβη τα στενά όρια της Κρυεράς Πηγής των Αγράφων. Δι΄αυτό όταν μετ΄ολίγον απέθανεν ο Επίσκοπος Καπού(ας)-Φαναρίου Λαυρέντιος, κατόπιν πολλής σκέψεως, εξελέγη παμψηφεί Αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου ο αξιάγαστος Σεραφείμ. Ούτος ως λύχνος φωτεινός ετέθη επί την λυχνίαν, ίνα φωτίση όλους τους υπ΄αυτόν πιστούς.

Δεν εποίμανεν επί πολλά έτη το ποίμνιόν του, ανεδείχθη όμως πράγματι ο ποιμήν ο καλός, ο οποίος, όπως είπεν ο Κύριος, την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων (Ιωάν. ε΄11). Η πίστις προς τον Χριστόν, η αφοσίωσις προς την Εκκλησία, η αγάπη προς την Πατρίδα, την ωραιοτέραν πατρίδα του κόσμου, την Ελλάδα, και αι λοιπαί αρεταί του Αγίου εκκίνησαν τον ζήλον και τον φθόνον των Τούρκων. Ούτοι εζήτουν αφορμήν, δια να φονεύσουν τον δίκαιον κατά το Γραφικόν: "ενεδρεύσωμεν τον δίκαιον αφ΄ημων, ότι δύσχρηστος ημίν εστίν" (Σοφία Σολομ. β΄12). Αφορμήν έλαβον εκ του Επισκόπου Λαρίσης (Τρίκκης) Διονυσίου του Φιλοσόφου.
Ούτος, ως ελέχθη ανωτέρω, βλέπων τας πιέσεις και τα δεινά, τα οποία καθ΄εκάστην υφίσταντο οι υπόδουλοι Έλληνες υπό των Τούρκων και συγκρίνων την ζωήν των Χριστιανών της Ευρώπης, ήγειρεν εις επανάστασιν, το φθινόπωρον του 1600, τους Έλληνας της Δυτικής Θεσσαλίας, έχων ως ορμητήριον τα Τρίκαλα. Η επανάστασις εκείνη απέτυχεν, αλλά μεταξύ των άλλων κακών επέφερε και τον μαρτυρικόν θάνατον του Αρχιεπισκόπου Φαναρίου.



Ο Άγιος ξέεται τας σάρκας και χολήν μετά κονιορτού ποτίζεται.


Το Μαρτύριον του Αγίου.



Το μαρτύριον του Ιερομάρτυρος Σεραφείμ διήρκεσεν επί δύο ημέρας, την 3ην και την 4ην Δεκεμβρίου του έτους 1601. 3η Δεκεμβρίου: Καθ΄ον χρόνον εξερράγη το επαναστατικόν κίνημα του Διονυσίου, ο Αρχιεπίσκοπος Φαναρίου Σεραφείμ απουσίαζεν εις περιοδείαν ανά τα χωρία των Αγράφων κηρύττων τον Εσταυρωμένον Ιησούν και ενισχύων και νουθετών τα λογικά πρόβατα της ποίμνης του. Κατά τον ωρισμένον καιρόν ο ’γιος επέστρεψεν εις το Φανάριον φέρων μαζί του διάφορα δώρα (πεσκέσια) προς τας Τουρκικάς Αρχάς, κατά την συνήθειαν. Οι ασεβείς Τούρκοι αγάδες μόλις είδον τον ’γιον ήρχισαν να λέγουν: "Κι αυτός με τον Διονύσιο ήταν και τώρα πως τόλμησε κι ήρθε μπροστά μας;" Ο σεβάσμιος Σεραφείμ, επειδή ήτο τελείως αθώος, μόλις ήκουσε τα λόγια αυτά ηρώτησε: ""Περί τίνος λέγετε ταύτα;" και εκείνοι με θυμόν απήντησαν: "Για σένα, αποστάτη και προδότη...τώρα θα λάβεις και συ εκείνο που σου αξίζει εκτός κι αν αλλάξεις την πίστη σου και γίνεις Τούρκος. Τότε θα σε συγχωρήσουμε και θα σε τιμήσουμε κιόλας".

Ο ’γιος, του οποίου την ψυχήν διακατείχεν ο πόθος προς το μαρτύριον, ουδόλως δειλίασεν, αλλά με θάρρος ηρνήθη ότι συμμετέσχεν εις το κίνημα του Διονυσίου ούτε εδελεάσθη από τας επιγείους τιμάς: "Κατ΄ουδένα τρόπον θα αρνηθώ τον Χριστόν μου. Την ιδικήν σας τιμήν ούτε να ακούσω θέλω." Ταύτα όταν ήκουσαν οι Τούρκοι, ώρμησαν κατά του Αγίου και με βίαν οι ασεβείς και απάνθρωποι ωδήγησαν τον αθώον Ιεράρχην εις τον τότε Διοικητήν του Φαναρίου Χαμουζάμπεην εφώναζον δε συκοφαντούντες τον δίκαιον και λέγοντες: "Κι΄αυτός συμμορίτης είναι και συνεργαζόταν με τον καταραμένο Διονύσιο. Εχθρός και φοβερός αντίπαλος μας. Θάνατος στον προδότην." Ο Τούρκος Διοικητής ακούσας ταύτα, εκάλεσε τον Αρχιεπίσκοπον και προσεπάθει να πείση αυτόν ν΄αρνηθή την πίστιν του, υποσχόμενος συγχρόνως πολλάς τιμάς: "Σεραφείμ, εσύ είσαι έξυπνος άνθρωπος. Απορώ, πως τόπαθες και συμφώνησες με τον ανόητο εκείνο Διονύσιο και δεν σκέφθηκες, πως το κίνημα σας ήταν αδύνατο να επικρατήσει, αλλά θα στοίχιζε το κεφάλι σας. Να, πιάστηκες και κινδυνεύεις να τιμωρηθείς παραδειγματικά με φρικτό θάνατο. Το καλό που σου θέλω να γίνεις Τούρκος αν θέλεις να σου χαρίσουμε το κεφάλι ακόμα και μεγάλη θέση σου δίνομε και πλούτη και δόξα σου εξασφαλίζομε."
Ο Δεσπότης παρακολουθεί μετά προσοχής τα λόγια του Διοικητού, ενώ παραλλήλως διατηρεί ζωηρώς εις τον νουν τους λόγους εκείνους του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος έγραφε προς τον Τιμόθεον: "Την καλήν παρακαταθήκην φύλαξον δια Πνεύματος Αγίου του ενοικούντος εν ημίν" (Β΄Τιμ. α΄14). Δεν δειλιάζει λοιπόν ούτε πτοείται ενώπιον του Χαμουζάμπεη, αλλ΄απαντά συντόμως και σταθερώς: "Από τον Ιησούν Χριστόν δεν θ΄αποχωρισθώ ποτέ. Αντιθέτως μετά χαράς και ευφροσύνης θα δεχθώ τον θάνατον χίλιες φορές δια το όνομα Του το ’γιον. Δι΄αυτό σφάξε, κόψε, κάμε ότι σου λέγει ο νόμος." Δεν προφθάνει η γλυκεία μορφή του Σεραφείμ να τελειώση τους λόγους τούτους και η αιμοβόρος ψυχή του αδίκου εκείνου κριτού προστάζει να τον δείρουν και να του κόψουν την μύτην εις λεπτά τεμάχια. Και τα δυο αυτά μαρτύρια με την βοήθειαν Σωτήρος Χριστού υπομένει ο ’γιος όχι απλώς αγογγύστως, αλλ΄ ευχαριστών και ευλογών τον θεόν. Η μαύρη ψυχή του Τούρκου Διοικητού δεν ικανοποιείται. Εκδίδει λοιπόν νέαν διαταγήν: "Ρίξτε τον στο μπουντρούμι μωρέ κι αφήστε τον εκεί χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, ίσως και αλλάξει γνώμη." Εις μάτην όμως ο Χαμουζάμπεης ελπίζει. Τοιούτον ήτο αδύνατον να γίνη, διότι οι Έλληνες Ιεράρχαι γνωρίζουν διατί πεθαίνουν. Όλην την νύκτα εκείνην της 3ης Δεκεμβρίου ο ’γιος προσηύχετο ζητών απο τον Θεόν να τον ενισχύση εις το μαρτύριον και έλεγε γονυπετής: "Μεσίτευσον, Δέσποινα, προς τον Υιόν Σου".
4η Δεκεμβρίου: Την άλλην ημέραν ο Χαμουζάμπεης, αφού εκάθισε και πάλιν επί του δικαστικού θρόνου, εκάλεσε τον Σεραφείμ εκ νέου, δια να τον συμβουλεύση, ως φίλος του δήθεν τώρα: "Έ, Σεραφείμ. Πιστεύω να σωφρονίσθηκες μεσ΄ στην φυλακή. Έλα, λυπήσου τα γηρατιά σου και πίστευσε στο Μεγάλο Προφήτη". Ο ’γιος με φαιδρόν πρόσωπον ιστάμενος αρνείται να υπακούση εις τας ασεβείς συμβουλάς του Χαμουζάμπεη και να πιστεύση εις τον ψευδοπροφήτην και ασεβή Μωάμεθ. Πριν πάλι τελειώση τους λόγους του ο Σεραφείμ, προστάζει ο Διοικητής να δαρή διά μίαν ακόμη φοράν, αλλά τώρα σφοδρότερον και επί πλέον προσθέτει: "τανύστε του τα χέρια και πόδια και βάλτε στην κοιλιά του μια μεγάλη πέτρα, χωρίς καμμία λύπη κατακόψτε και ξεσχίστε τις σάρκες του". Εν συνέχεια ο ’γιος υφίσταται αγογγύστως όλα τα ανωτέρω μαρτύρια και ως ήτο φυσικον, κατόπιν της φοβεράς αιμορραγίας διψά, αλλά, καθ΄ον τρόπον εδίψησεν ο Κύριος και "έδωκαν εις την δίψαν αυτού χολήν και όξος", τοιουτοτρόπως και τώρα ποτίζουν τον βαρέως τραυματισμένον Αρχιεπίσκοπον λασπώδες ύδωρ μετά χολής αναμεμειγμένον. Τούτο ο Ιερομάρτυς Σεραφείμ εδέχθη με μεγάλην χαράν, διότι του υπενθύμιζε το όξος και την χολήν των σταυρωτών του Κυρίου, τον Οποίον ηξιώθη να μιμηθή. Αλλά η χαρά εκείνη εξώργισεν ακόμη περισσότερον τον Διοικητήν, όστις δια μίαν στιγμήν αισθάνεται "το αίμα του να ανεβαίνη εις το κεφάλι" όπως συνήθως λέγομεν, και ιδού δίδει την τελευταίαν του εγκληματικήν διαταγήν: "Σουβλίστε τον" λέγει.
Δέσμιος πλέον ως "πρόβατον επί σφαγήν" οδηγείται ο αθώος Ιεράρχης εις την τότε αγοράν του Φαναρίου και πλησίον μιας κυπαρίσσου όπου τώρα ίσταται μεγαλοπρεπής ο Ναός του Αγίου, δια να υποστή τον φρικωδέστερον πάσης περιγραφής μαρτυρικόν θάνατον.
Καθ΄ον χρόνον ο πράος Σεραφείμ εφέρετο εις τον τόπον του μαρτυρίου, μια Αράπισσα "μελανωτέρα εις την ψυχήν παρά εις το σώμα", όπως χαρακτηριστικώς γράφει ο συγγραφεύς του Μαρτυρολογίου, εστηρίζετο εις ένα τοίχον, πλησίον και επάνω από την βρύσιν "Λουτρόν".
Μόλις είδε τον ’γιον, ήρχισε να υβρίζη αυτόν με αισχράς και ατίμους φράσεις. Ο Ιερομάρτυς όμως μιμούμενος και εις το σημείον τούτο τον Μεγαλομάρτυρα του Γολγοθά, όστις και υπέρ των σταυρωτών Του ηύχετο λέγων: "Πάτερ, άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι" (Λουκ. κγ΄ 34), κατάραν μεν ουδεμίαν είπε κατά της ασεβούς και απίστου εκείνης γυναικός, απλώς μόνον έν βλέμμα οίκτου έρριξεν επάνω της και -ώ, του θαύματος-εστράφη αμέσως η κεφαλή της προς τα οπίσω έμεινε δε εις την κατάστασιν αυτήν επί 15 ολόκληρα έτη.
Ολίγα λεπτά της ώρας χωρίζουν τον Ιερομάρτυρα από το φρικτόν του σουβλισμού μαρτύριον. Δι αυτό θερμότερον προσεύχεται. Όταν έφθασεν εις τον τόπον της εκτελέσεως ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, αμέσως εσουβλίσθη παρά των ασπλάγχνων και σκληρών Τούρκων, την 4ην Δεκεμβρίου του 1600 και κατά το Εκκλ. Ημερολόγιον το έτος 1601 αφού παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις τας χείρας του Θεού, ενώ το πρόσωπον του έλαβεν όψιν μεγαλειώδη και αιγλοβολούσαν. Ο Τούρκος Διοικητής ηθέλησε και με το νεκρόν σώμα του Σεραφείμ να τρομοκρατήση τους χριστιανούς δι΄αυτό διέταξε να μείνη πολλάς ημέρας επί του ξύλου. Αλλά "όπου θεός βούλεται, νικάται φύσεως τάξις."
Το σώμα εκείνο δεν έπαθε τίποτε, ως πάσχουν τα νεκρά σώματα, ούτε εξογκώθη δηλαδή, ούτε δυσοσμίαν τινά εξέπεμπεν, όλως τουναντίον διετήρησε την φυσικήν του δροσερότητα και απέπνεεν ευωδίαν, ήτις εκκίνει τον θαυμασμόν όλων των διαβατών, οι οποίοι διήρχοντο απ΄εκεί, οι δε Χριστιανοί έχαιρον και εδόξαζον τον Θεόν δια το γεγονός. Εν μόνον τους ελύπησε, το ότι δεν επέτρεπαν εις αυτούς να λάβουν το πολυβασανισμένον εκείνο σώμα και να το θάψουν, διότι ο Χαμουζάμπεης ετοποθέτησε σκοπούς ημέραν και νύκτα, δια να φυλάττουν αυτό. Μετά τινας ημέρας όμως απεκόπη η μακαρία κεφαλή κατά διαταγήν του Διοικητού και εστάλη εις Τρίκαλα μαζι με τας κεφαλάς τριών άλλων επαναστατών. Εκεί και εν τω μέσω της πλατείας της πόλεως εστήθησαν αι κεφαλαί εις κοντάρια με μέτωπον προς δυσμάς. Αλλ΄ ενώ αι κεφαλαί όλων των άλλων έμειναν ακίνητοι, η κεφαλή του Αγίου Σεραφείμ ευρέθη την πρωίαν εστραμμένη προς Ανατολάς και έκτοτε επί ημέρας επανελαμβάνετο το θαυμαστόν εκείνο φαινόμενον.
Κατά Θείαν οικονομίαν τας ημέρας εκείνας ευρέθη εις Τρίκαλα ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δουσίκου, όστις, ιδών οφθαλμοφανώς το θαύμα, απεφάσισε να εξεύρη τρόπον και να λάβη εις ο Μοναστήριον την ευλογημένην εκείνην Κεφαλήν, διά να την έχη ως θησαυρόν πολύτιμον. Το σώμα του Αγίου δεν ευρέθη και ερρίφθη, τις οίδε που, κάτωθεν του Βυζαντινού Φρουρίου του Φαναρίου, ως θέλει η παράδοσις των Φαναριωτών.
Πολλάκις μερικά αγνά Φαναριοτόπουλα προ πολλών ετών έβλεπον επί συνεχή έτη, όπως μου διηγούντο μερικοί συμπατριώται, κατά την νύκτα της 3ης προς την 4ην Δεκεμβρίου (ότε εορτάζεται ο ’γιος) φωτεινήν στήλην εξ ουρανού να φθάνη εις τον τόπον πλησίον του τζαμίου κάτωθεν και βορείως του φρουρίου, αλλ΄όταν ήρχοντο εκεί, το φως εγίνετο άφαντον. Πριν τεθούν τα θεμέλια του Ναού, έγιναν ανασκαφαί πλησίον του χώρου εκείνου, δια να εύρουν το μαρτυρικόν του Αγίου σώμα, δυστυχώς όμως δεν ευρέθη, όπως και τόσων άλλων μαρτύρων τα σώματα δεν ευρέθησαν (κρίμασιν οις Κύριος οίδεν). Αφού λοιπόν δεν εσώθη το ’γιον του Σεραφείμ σώμα, έπρεπε τουλάχιστον να σωθή η Αγία του Κεφαλή. Και ιδού ο καλός Θεός παρουσίασεν εις τον Ηγούμενον Δουσίκου Αλβανόν τινα χριστιανόν, εις τον οποίον ούτος υπεσχέθη 50 γρόσια, δια να εύρη τρόπον και λάβη την θαυματουργόν Κεφαλήν του Αγίου. Πράγματι την νύκτα εκείνην παραφυλάξας μέχρι πρωίας, και περί τα εξημερώματα, όταν είδε τους φύλακας να παραδίδωνται εις τον ύπνον, ήλθεν όσον ηδύνατο άνευ θορύβου. Αφήρεσε την κεφαλήν του Αγίου, αλλ΄επειδή αφ΄ενός μεν εβιάσθη ,αφ΄ετέρου δε εφοβήθη, αφήκε το ξύλον και έπεσεν. Ούτως ηκούσθη κρότος, όστις και εξύπνησε τους φύλακας, οι οποίοι αντιληφθέντες το γεγονός, έτρεξαν δια να συλλάβουν τον Αλβανόν χριστιανόν.
Αλλ΄εκείνος αφ΄ενός υπό ζήλου κινούμενος αφ΄ετέρου δε αποβλέπων και εις τα χρήματα, αφού ήρπασεν από τας τρίχας την Αγίαν Κεφαλήν έρριψεν αυτήν εις τους ώμους του και έτρεχε δρομαίως, ενώ όπισθεν του ηκολούθουν κατεντροπιασμένοι οι φύλακες. Όταν έφθασεν εις την γέφυραν του Πηνειού, τον "Καραβόπορον", βλέπων τους Γενιτσάρους να πλησιάζουν και μη επιθυμών η Ιερά Κεφαλή να πέση πάλιν εις τας χείρας των απίστων, ρίπτει αυτήν εις τον ποταμόν εξαναγκάσας τους στρατιώτας να επιστρέψουν άπρακτοι εις τας θέσεις των.


Ο Άγιος σουβλίζεται.
 

Ανεύρεσις και ανακομιδή της Ιεράς Κεφαλής του Σεραφείμ.

Κάτω από την γέφυραν δύο ψαράδες έχουν τοποθετήσει από την μίαν έως την άλλην όχθην όρθια δίκτυα (βρόχια) δια να συλλαμβάνουν ψάρια. Πιθανώς να παρηκολούθησαν αμφότεροι την σκηνήν του Αλβανού, τον οποίον κατεδίωκον οι Τούρκοι και να είδαν αυτόν να ρίπτη εις τον ποταμόν την Ιεράν του Σεραφείμ Κεφαλήν. Το βράδυ ο εις έφυγε δια την οικίαν του εις Τρίκαλα και έμεινεν ο άλλος δια να φυλάξη τα δίκτυα. Αλλά -περίεργον φαινόμενον- ενώ εκάθητο, αίφνης είδεν εκεί φωτεινήν στήλην να υψώνηται μέχρι του ουρανού και συγχρόνως ήκουσε θαυμαστάς ψαλμωδίας. Το γεγονός τούτο, ως ήτο φυσικόν, προξένησεν εις αυτόν πολύν φόβον και τον αφήκε άυπνον καθ΄όλην την νύκτα εις το κούφωμα ενός δένδρου. Μόλις αντίκρυσε το φως της νέας ημέρας, έτρεξεν εις την πόλιν και έντρομος διηγήθη εις τον σύντροφον του το γεγονός. Την δευτέραν νύκτα παρεφύλαξαν και οι δύο μαζί. Τα μάτια των ήσαν εστραμμένα εις τα δίκτυα και με αγωνίαν ανέμενον να ίδουν, εάν και την εσπέραν αυτήν θα επανελαμβάνετο εκείνου φαινομένου. Δέος τότε και ρίγη συγκινήσεως τους κατέλαβον. Και τώρα με πρωτοφανή λαχτάρα περιμένουν την ανατολήν της νέας ημέρας, η οποία θα διελεύκαινε το μυστήριον. Όταν λοιπόν ήρχισε να ροδίζη η ανατολή, μετά πολλού φόβου πλησιάζουν εις το μέρος εκείνο. Αίφνης ο φόβος φεύγει και διαδέχεται αυτόν η χαρά, διότι ευρίσκουν την τίμιαν Κεφαλήν περιπεπλεγμένην εις τα δίκτυα. Με ευλάβειαν λοιπόν λαμβάνουν αυτήν και την φέρουν εις το Μοναστήριον του Δουσίκου, ενώ ο ευτυχής Ηγούμενος σκιρτά από χαράν και ευχαρίστως δίδει εις αυτούς το υποσχεθέν ποσόν, 50 γρόσια.

Επέρασεν από τότε αρκετός καιρός, περί τους έξι μήνες περίπου. Το πράγμα εγνώσθη και εις την Ιεράν Μονήν Κορώνης. Οι Μοναχοί της Μονής έστειλαν αμέσως τον Ηγούμενον με τον προεστόν του Νεοχωρίου Παναγιώτην Κωσκολάν, δια να ζητήσουν από την Ιεράν Μονήν Δουσίκου την Αγίαν Κεφαλήν του Κοινοβιάτου και άλλοτε Ηγουμένου αυτών Αγίου Σεραφείμ.
Όταν ήλθον εις Τρίκαλα, κατά θείαν πάλιν οικονομίαν, εύρον τον Μητροπολίτην Λαρίσης Θεωνάν, τον οποίον παρεκάλεσαν να μεσολαβήση. Ούτος ευχαρίστως εδέχθη να λάβη η Ιερά Μονή Κορώνης από την Ιεράν Μονήν Δουσίκου την Ιεράν του Σεραφείμ Κεφαλήν, αφού καταβάλη 50 γρόσια, όσα είχεν εξοδεύσει αύτη δια να την αποκτήση. Τούτο και εγένετο, λαβόντες δε την αγίαν Κεφαλήν μετά χαράς μεγάλης εκόμισαν αυτήν εις την Κορώναν και εκεί την εναπέθεσαν εντός ιερού και καταλλήλου κιβωτίου, ένθα ευρίσκεται μέχρι σήμερον, αλλά μόνον η αγία Κάρα, ουχί δε ολόκληρος η αγία Κεφαλή. Όσοι με πίστιν προσέρχονται και επικαλούνται την βοήθειαν του Αγίου,από παντός είδους νοσήματα απαλλάσσονται. Προ παντός ο ’γιος θεραπεύει και πατάσσει την ολεθρίαν πανώλην, όπως δεικνύει μία εικών του Αγίου, η οποία γράφει τα εξής:

"Ο Σεραφειμ πατάσσει εμέ, πανώλην

την βροτολοιγόν, φεύ μοι φεύ, πως ορώμαι,
υπτία, γυμνή, δυσειδής, κτεινομένη."

Τιμαί προς τον Ιερομάρτυρα.


Το όνομα του Αγίου Σεραφείμ συγκινεί και συναρπάζει τα πλήθη των Θεσσαλών και κάθε Χριστιανόν των Αγράφων, του Φαναρίου και του νομού Καρδίτσης διότι ούτος ανεδείχθη Μάρτυς της πίστεως και της πατρίδος, υπέρ των οποίων και έπεσε γενναίως. Δικαίως όθεν ανεκηρύχθη Πολιούχος της πόλεως και του Νομού Καρδίτσης και μεγαλοπρεπώς εορτάζεται την 4ην Δεκεμβρίου.

Την Κυριακήν των Μυροφόρων γίνεται Πανθεσσαλική λιτανεία και περιφορά των Ιερών Λειψάνων του Αγίου εις Καρδίτσαν, από του 1928, χάρις εις την πρωτοβουλίαν του αειμνήστου Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων κυρού Ιεζεκιήλ. Την ημέραν ταύτην η Εκκλησία της Καρδίτσης επί των ημερών του εστεφάνωσε και τον Εθνομάρτυρα Διονύσιον. Επίσης την τελευταίαν Κυριακήν του Σεπτεμβρίου, από του 1936, θεσπισθείσα πάλιν υπό του ιδίου Μητροπολίτου, γίνεται παρομοία λιτανεία εις τον τόπον του μαρτυρίου εν Φαναρίω. Ωσαύτως ιδιαιτέρως εορτάζει και τιμά τον ’γιον η Ιερά Μονή Κορώνης, εις την οποίαν εχρημάτισεν ως Μοναχός και Ηγούμενος. Κατά παρόμοιον τρόπον και πέραν των Θεσσαλικών ορίων τιμάται ο ’γιος, όπως εις τας επαρχίας Ευρυτανίας, Βάλτου κ.λ.π. Εκτός του περικαλλούς Βυζαντινού Ναού του Αγίου Σεραφείμ εις Φανάριον, υπάρχουν επ΄ ονόματι του παρεκλήσια εν Ρεντίνη Καρδίτσης ημικατεστραμμένον και εν Γούρα Αλμυρού με επιγραφήν 1802.
Επί πλέον εις Καρδίτσαν ανηγέρθη επί Ιταλο-Γερμανικής Κατοχής ως Μετόχιον της Ιεράς Μονής της Κορώνης έτερος μικρός Ναός επ΄ ονόματι του Αγίου Σεραφείμ, πρωτοβουλία του Καθηγουμένου της ως άνω Ι. Μονής μακαριστού Ιερομονάχου Ιακώβου Κουτρούμπα και ευλογία του τότε αοιδίμου Μητροπολίτου. Ωσαύτως δεικνύονται τα ερείπια των Μητροπολιτικών μεγάρων του Αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου εις Φανάριον, απένατι του Ιερού Ναού του Προδρόμου, όντος επί των ημερών του Μητροπολιτικού Ναού,ως θέλει η παράδοσις και εις Νεοχώριον.Την Ακολουθίαν του Αγίου συνέθεσε το 1640 ο συντοπίτης αυτου Ιερομόναχος Αναστάσιος ο Γόρδιος, φημισμένος Θεολόγος της εποχής του, σπουδάσας εν Ευρώπη. Της Ακολουθίας ταύτης ήδη εκυκλοφόρησε μέχρι σήμερον μετά πολλών προσθηκών η ενάτη έκδοσις.
Εις πολλούς Ναούς όχι μόνον της Θεσσαλίας,ως εις τοιχογραφίαν του Νάρθηκος του εν ’νω Βόλω Ναού της Επισκοπής,αλλά και άλλων περιοχών υπάρχουν εικόνες του Αγίου ως αφιερώματα. Ούτω εν Θεσσαλονίκη π.χ. η εικών του Αγίου Σεραφείμ φυλάσσεται εις τους Ι.Ναούς του Αγίου Μηνά και της Γοργοεπηκόου (Παναγούδας). Επίσης και εις το ’γιον Όρος.


Αλλά και η λαϊκή μούσα ύμνησε το μαρτύριον του Αγίου Σεραφείμ. Παραθέτομεν κατωτέρω δύο ποιήματα.



Καλόγηρο τον Σεραφείμ οι Τούρκοι τον παράειδαν,

στο μοναστήρι ασκήτευε, το λένε της Κορώνας
σε κυπαρίσσινο κλαδί τον κρέμασαν το δόλιο
και το κλαρί ξεράθηκε το κυπαρίσ΄ ανθίζει.
Χλωρή είναι η ρίζα του, χλωρή και η κορφή του.
Του ρίξαν το κεφάλι του μ΄ άλλων κλεφτών κεφάλια.
Τσομπάνης στον αφέντη του στα Τρίκαλα πηγαίνει,
ακοίμητο απ΄ τον ουρανό φως στο κεφάλι βλέπει
το είπε στον αφέντη του κι αυτός του είπε: Σύρε
κεφάλι πούβρες λαμπερό στην Εκκλησιά να φέρης.
Την νύχτα πάγει, κάθησε, βλέπει το φώς να φέγγη.
Καταμεσίς η κεφαλή του Σεραφείμ φωτίζει,
ξαμόνει στα πολλά μαλλιά και παίρνει το κεφάλι,
Γιανίτσαροι τον απαντούν, θέλουν να του το πάρουν,
τρέχει αυτός, τον κυνηγούν στη Σαλαμπριά εφτάσαν
εις το ποτάμι πέταξε τσομπάνης το κεφάλι,
γυρίζει στον αφέντι του και λέει το κάμωμά του.
Οι δυο πηγαίνουν διά νυκτός στο σιγαλό ποτάμι,
είδαν λαμπάδα στο νερό και το κεφάλι βρήκαν,
στο Ντούσκο στ΄ ασπροπόταμο στην Εκκλησιά το θέτουν,
οι Αγραφιώτες άρχοντες κι αυτοί στην πόλη στέλνουν
το ζήτησαν, το πήρανε, έχουν το στην Κορώνα
και το πανηγυρίζουνε σαν Κάρα του Αγίου.
Οι δυο οι Γιανίτσαροι είναι ζωγραφισμένοι
στο ’γιο το κόνισμα μαζί με τον τσομπάνη.
Από πανούκλα ο ’γιος, χώρες, χωρία γιατρεύει,
με το καμάκι τη βαρεί και την πατεί στα πόδια.


Και το άλλο:

Του Φαναρίου τον Πίσκοπο το γέρο Σεραφείμ
στη αβανιά τον έρριξαν οι Τούρκοι των Φαρσάλων
μαζί με τον Επίσκοπο έκοψαν και τρεις κλέφτες.


Ο Ιερομάρτυς Σεραφείμ,όχι μόνον εις της ιστορίαν της Εκκλησίας και του Έθνους κατέχει εξέχουσαν θέσιν, αλλά και υπό των χριστιανών δοξάζεται και εκ μέρους του Θεού είναι ευλογημένος.

Όντως "μνήμη δικαίου μετ΄ εγκωμίων και ευλογία Κυρίου επί κεφαλήν αυτού", καθώς λέγει η Γραφή (Παροιμ.ι΄8). Δίκαιος και ευλογημένος υπήρξε μετά των άλλων Πολιούχων Θεσσαλών Αγίων Αχιλλείου και Βησσαρίωνος και ο ’γιος Σεραφείμ δικαίως δε προβάλλεται πάντοτε ως στέμμα και στέφανος προ μίμησιν πάντων ημών, λαικών και κληρικών. Υπήρξε πρότυπον Χριστιανού, Μοναχού, Ηγουμένου και Ιεράρχου. Διεκρίθη δια την σταθεράν του πίστην προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και παραδίδων την αγίαν του ψυχήν ηδύνατο να επαναλάβη μετά του Αποστόλου της Ελλάδος Παύλου: "Τον αγώνα γον καλον ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστην τετήρηκα" (Β΄Τιμοθ. δ΄7). Προβάλλεται ακόμη προς μίμησιν δια την υπακοήν προς τους γονείς του, τον Ηγούμενον και ιδιαιτέρως προς τον Χριστόν.
Η καλυτέρα τιμή προς τους αγίους είναι ή μίμησις των αρετών αυτών, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Καλούμεθα λοιπόν και ημείς να μιμηθώμεν την υπακοήν του Αγίου Σεραφείμ διότι κατά τον Ιωάννην της Κλίμακος η υπακοή είναι ζωή, ενώ η ανυπακοή είναι θάνατος.
Εάν λοιπόν θέλωμεν να είμεθα πραγματικοί στρατιώται του Βασιλέως Χριστού, είναι ανάγκη να έχωμεν πειθαρχίαν και υπακοήν απόλυτον. Πρέπει να παραδοθώμεν άνευ όρων εις Αυτόν. Τούτο είναι, όχι μόνον καθήκον, αλλά και συμφέρον μας. Εάν υπακούωμεν εις τον Θεόν και τηρώμεν τας εντολάς Αυτού, θα έχωμεν την ευλογίαν Του εις κάθε μας έργον. "Εάν θελήσετε και εισακούσητε μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε", λέγει το Πνεύμα Θεού. Αντιθέτως δε, "εάν μη θέλητε, μηδε εισακούσητε μου, μάχαιρα υμάς κατέδεται", προσθέτει (Ησαίου α΄19-20). Διατί πολλάκις, ενώ σπείρομεν, δεν θερίζομεν; Διατί, αφού εργαζόμεθα, δεν απολαμβάνομεν; Διατί ακόμη υποφέρομεν και ως άτομα και ως κοινωνία; Απλούστατα διότι δεν εμάθομεν ακόμη να υποτάσσωμεν το ιδικόν μας θέλημα εις το Θείον.
Θέλομεν λοιπόν να έχωμεν την θείαν ευλογίαν και την προστασίαν του Αγίου;
Επιθυμούμεν αι εργασίαι μας να πηγαίνουν καλά;
Θέλομεν ακόμη η υγεία, η ειρήνη, η ομόνοια να βασιλεύη εις την οικογένειαν και εις την Πατρίδα μας; Ασφαλώς ναι.
Τότε οφείλομεν ως Έλληνες και Χριστιανοί να μιμουμεθα εις υπακοήν και την πίστιν τον Ιερομάρτυρος Σεραφείμ λέγοντες και ημείς το "Όχι" εις κάθε εχθρόν του Χριστού, οιονδήποτε όνομα και αν φέρη ούτος. Τότε και το ιδικόν μας όνομα θα είναι ευλογημένον και τιμημένον παρά Θεώ και ανθρώποις όπως είπεν ο σοφός Παροιμιαστής: "Μνήμη δικαίου μετ΄ εγκωμίων και ευλογία Κυρίου επί κεφαλήν αυτού" (Παροιμ. ι΄8).