Blogger Widgets

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΧΑΜΕΝΗ ΜΑΣ ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΕΝΟΤΗΤΑ


Γράφει ο Κωστούλας Βασίλειος

Α. «Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος». 

Κοινές λέξεις απαρτίζουν το λεξιλόγιο των Ελλήνων το τελευταίο διάστημα, όσο το πέπλο της φτώχειας απλώνεται πλέον σε όλη τη χώρα, από τα μεγάλα αστικά κέντρα που ήδη ζούνε βαθειά την κρίση, μέχρι την αγροτική επαρχία που αποτελούσε ένα εκ των πυλώνων της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Αδιέξοδο, απελπισία, φόβος, ανέχεια είναι μόνο λίγες από τις κοινές λέξεις που ακούς στην καθημερινότητα. Είναι λέξεις που τις γεννά η φτώχεια αλλά μήπως πρέπει να εστιάσουμε στο τι είδους φτώχεια ζούμε και τι είναι αυτό που λείπει από τις ζωές μας και για ποιο λόγο δεν διαφαίνεται λύση ούτε στον μακρινό ορίζοντα;

Στο Άγιον Όρος άκουσα το εξής επιτυχημένο δίλλημα.
Θα είμαστε τελικά φίλοι του Χριστού ή φίλοι του χρυσού;
Σκληρό δίλημμα για όσους στηρίζουν τη σωτηρία του Έθνους σε οικονομικά μοντέλα και σε πολιτικές χωρίς ίχνος Χριστού μέσα τους.

Σε ένα απλό δίλημμα κρύβονται τόσες πολλές έννοιες τελικά, για την χαμένη μας ενότητα με τον Χριστό, για τα αίτια των κακοπαθειών μας, για τη χαμένη ενότητα με τον αδελφό μας, για την πλήρη εξάρτηση του ανθρώπου από την ύλη. Έχουμε καταφέρει το εξής παράδοξο φαινόμενο που εκ αδυναμίας της ανθρώπινης φύσεως, το βλέπουμε και ως φυσιολογικό(!!!). Να μετατρέψουμε δηλαδή τους εαυτούς μας από πνευματικά δημιουργήματα του Θεού, σε υλικά σκεύη και μόνο. Πετάξαμε ότι πνευματικό κληρονομήσαμε εκ Θεού και νυμφευθήκαμε τον πλούτο που γνωρίζει φθορά και δεν ενδιαφερθήκαμε για  τον πλούτο της ψυχής που αναζωογονείται και τροφοδοτείται από την  πνευματική ζωή του ανθρώπου.

Το πρώτο που θα αντιπαραθέσει κανείς είναι:
Μα γίνεται ο άνθρωπος να ζήσει χωρίς την τροφή;  Γίνεται σε αυτή την κρίση να πούμε στα παιδιά μας ότι σήμερα δεν έχει φαγητό αλλά έχει πνευματικό άρτο;

Η απάντηση είναι θέμα προτεραιότητας.

Την απάντηση την δίνει ο ίδιος ο Χριστός όταν πειράζεται εκ διαβόλου με τον πειρασμό «Πεινάς; Κάνε αυτές τις πέτρες άρτο»

Και ο Κύριος απαντά:
«Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού» (Ματθ. 4,4).

Για τις συνήθειες του σύγχρονου υλιστή ανθρώπου αυτό φαντάζει εξωφρενικό. Πιστεύουμε ότι μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει μόνο με το λόγο του Θεού; Είναι δυνατόν;

ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΑΥΤΟ ΜΑΣ ΤΟ ΦΩΝΑΖΕΙ. ΝΑΙ ΓΙΝΕΤΑΙ

Αν το πιστεύαμε αυτό δεν θα είχαμε φτάσει σε αυτό τη σημείο αδιεξόδων. Όσο και δύσκολο σε κάποιους να ακούγεται, ο άνθρωπος σαν πλάσμα του Θεού πρώτα τρέφεται από το Λόγο του Θεού και ύστερα από την τροφή του σώματος. Αυτή είναι οι κοινωνία και η συμμετοχή στο δείπνο που μας καλεί και εμείς δεν ανταποκρινόμαστε και εξαιτίας της εξάρτησής μας από τα επίγεια αγαθά.

Θέσαμε άλλες προτεραιότητες όμως. Και αυτή η παράδοξη αλλαγή έφερε την κρίση.

Και μέσα από την κρίση μας μιλά ο Θεός. Μας λέγει και μας ερωτά...
«Δεν θέλετε την πνευματική τροφή από την οποία θα ζήσουν οι ψυχές σας αιώνια;», και μας επισκέπτεται δια της πενίας. Επιτρέπει να λιγοστεύουν τα υλικά αγαθά στα παιδιά του και εκείνα φοβισμένα να τρέξουν έστω και εκ των υστέρων στα πνευματικά αγαθά. Μας αφήνει να συγκρίνουμε τι έχει περισσότερο αξία. Τι μας  κρατά στη ζωή πραγματικά. Η επιλογή όμως είναι ελεύθερη όπως και στον πλούσιο νεανία της Καινής Διαθήκης  ο οποίος ενώ έκανε τα πάντα και φύλαττε τις εντολές του Θεού ωστόσο δεν μπορούσε να αποκολληθεί από την εξάρτηση της περιουσίας του και του υλικού πλούτου του. Του ζητά ο Χριστός να απαρνηθεί ότι κρατά τον άνθρωπο δέσμιο στο θάνατο.

Κα κπορευομένου ατο ες δν προσδραμν ες κα γονυπετήσας ατν πηρώτα ατόν· διδάσκαλε γαθέ, τί ποιήσω να ζων αἰώνιον κληρονομήσω; δ ᾿Ιησος επεν ατ· τί με λέγεις γαθόν; οδες γαθς εμ ες Θεός. τς ντολς οδας· μ μοιχεύσς, μ φονεύσς, μ κλέψς, μ ψευδομαρτυρήσς, μ ποστερήσς, τίμα τν πατέρα σου κα τν μητέρα. δ ποκριθες επεν ατ· διδάσκαλε, τατα πάντα φυλαξάμην κ νεότητός μου. δ ᾿Ιησος μβλέψας ατ γάπησεν ατν κα επεν ατ· ν σε στερε· ε θέλεις τέλειος εναι, παγε, σα χεις πώλησον κα δς πτωχος, κα ξεις θησαυρν ν οραν, κα δερο κολούθει μοι, ρας τν σταυρόν σου. δ στυγνάσας π τ λόγ πλθε λυπούμενος· ν γρ χων κτήματα πολλά.


Β. Το πρώτο στάδιο της ενότητας. Η φιλία με τον Χριστό
Αυτό είναι το σύγχρονο πρόβλημα που ταλανίζει την ανθρωπότητα και την Ελλάδα, από τον πρώτο Έλληνα μέχρι τον τελευταίο, από τους ηγέτες πολιτικούς και εκκλησιαστικούς, από τον υπάλληλο τον έμπορο, τον άνθρωπο του μεροκάματου, τον συνταξιούχο, τον άνεργο, τον φοιτητή, τον στρατιωτικό και όλους μας. Πως γίνεται να ζητάμε ένα καλύτερο μέλλον για την Ελλάδα χωρίς να έχουμε γίνει φίλοι του Χριστού πρώτα. Πώς γίνεται να μιλάμε για ενότητα χωρίς να είμαστε ενωμένοι με το Χριστό πρώτα. Σκύβουμε το κεφάλι σαν τον νεανία, φοβόμαστε ότι ίσως για την αγάπη του Χριστού χάσουμε την ευμάρειά μας και δεν αφηνόμαστε με μετάνοια στο έλεός Του. Δεν ζητάμε ανιδιοτελή φιλία με τον Χριστό και ζητάμε λύσεις και απαντήσεις

Η απάντηση όμως έχει ήδη έρθει. Τώρα ζούμε την πραγματική φτώχεια.
Κάναμε την επιλογή του πλούσιου νεανία και μόλις απομακρυνθήκαμε λίγα βήματα μακριά από το Χριστό αρχίζουμε και καταλαβαίνουμε την λάθος επιλογή μας. Και θα γίνει βαθύτερη η κρίση όσο περπατάμε αντίθετα.


Όμως Εκείνος είναι εκεί και περιμένει όλους μας.

Τον Χριστό να  Τον αισθανόμαστε φίλο μας, έλεγε ο Γέρων Πορφύριος  και συμπλήρωνε :Είναι ο φίλος μας. Το βεβαιώνει ο ίδιος, όταν λέει: «`Ημείς φίλοι μου εστέ…»”. Σαν φίλο να Τον ατενίζομε και να Τον πλησιάζομε. Πέφτομε; `Αμαρτάνομε; Με οικειότητα, αγάπη κι εμπιστοσύνη να τρέχομε κοντά Του όχι με φόβο οτι θα μάς τιμωρήσει αλλά με θάρρος, πού θα μας το δίδει η αίσθηση του φίλου. Να Του πούμε: «Κύριε, το έκανα, έπεσα, συγχώρεσέ με». Αλλά συγχρόνως να αισθανόμαστε ότι μας αγαπάει, ότι μας δέχεται τρυφερά, με αγάπη και μας συγχωρεί. Να μη μας χωρίζει απ’ τον Χριστό η αμαρτία.  Όταν πιστεύομε πώς μας αγαπάει  και Τον αγαπάμε, δεν αισθανόμαστε ξένοι και χωρισμένοι απ’ Αυτόν, ούτε όταν αμαρτάνομε. ‘Εχομε εξασφαλίσει την αγάπη Του κι όπως και να φερθούμε, ξέρομε ότι μας αγαπάει. 

Άν αγαπάμε τον Χριστό πραγματικά, δεν υπάρχει φόβος να χάσομε το σεβασμό μας σ’ ‘Εκείνον.  Εδώ ισχύει εκείνο του Αποστόλου Παύλου: «Πρς ωμαίους πιστολς Παύλου Κεφ.  8:28-39
Τίς μς χωρίσει π τς γάπης το Χριστο; Θλψις στενοχωρία διωγμς λιμς γυμνότης κίνδυνος μάχαιρα; Καθς γέγραπται τι «νεκά σου θανατούμεθα λην τν μέραν· λογίσθημεν ς πρόβατα σφαγς». λλ᾿ ν τούτοις πσιν περνικμεν δι το γαπήσαντος μς. Πέπεισμαι γρ τι οτε θάνατος οτε ζω οτε γγελοι οτε ρχα οτε δυνάμεις οτε νεσττα οτε μέλλοντα οτε ψωμα οτε βάθος οτε τις κτίσις τέρα δυνήσεται μς χωρίσαι π τς γάπης το Θεο τς ν Χριστ ᾿Ιησο τ Κυρίῳ μν.
Δηλαδή· «Τί, λοιπόν, μπορε νά μς χωρίσει πό τήν γάπη το Χριστο γιά μς; Μήπως τά παθήματα, ο στενοχώριες, ο διωγμοί, πείνα, γύμνια, ο κίνδυνοι μαρτυρικός θάνατος; Σύμφωνα μέ τήν Γραφή· γιά σένα πεθαίνουμε λη τήν μέρα. Μς μεταχειρίζονται σάν πρόβατα πού τά πνε γιά σφαγή. ᾿Εμες μως περνικομε μέσα πό λες τίς δυσκολίες μέ τή βοήθεια το Χριστο πού μς γάπησε. Κι εμαι πραγματικά βέβαιος πώς οτε θάνατος οτε ζωή οτε γγελοι οτε λλες οράνιες δυνάμεις οτε παρόντα οτε μέλλοντα οτε κάτι λλο ετε στόν ορανό ετε στόν δη οτε κανένα λλο δημιούργημα θά μπορέσουν ποτέ νά μς χωρίσουν πό τήν γάπη το Θεο γιά μς, πως φανερώθηκε στό πρόσωπο το ᾿Ιησο Χριστο το Κυρίου μας».


Είναι μία σχέση ανώτερη, μοναδική, η σχέση της ευχής με τον Θεό, πού δεν τη διασπά τίποτα και δεν τη φοβίζει, ούτε την κλονίζει τίποτα.


Βλέπουμε δηλαδή ότι πρέπει να συνδέσουμε όλα όσα συμβαίνουν στην πατρίδα μας με την αγάπη του Χριστού. Η θλίψεις και οι διωγμοί και τα πολλά προβλήματα που ταλανίζουν τον Έλληνα είναι μεν γιατί χάσαμε την αγάπη μας για τον Χριστό αλλά είναι και εγγύηση ότι παραχωρούνται από Εκείνον για τη σωτηρία μας. Ακόμα και όταν αργούμε να αντιληφθούμε την κρίση ως επίσκεψη Θεού και ευλογία και το κάνουμε αργά δια του φόβου. Το σημαντικό όμως είναι να αποκαταστήσουμε τη σχέση μας με το Θεό πρώτα  με την αγάπη μας και όχι από τον φόβο. Το είχε τονίσει και ο Γέρων Παϊσιος ότι καλό είναι να αγωνιστούμε πνευματικά  από τώρα  (εννοούσε τότε που οι Έλληνες ήταν σε ευμάρεια) και όχι μόνο όταν έρθουν οι θλίψεις γιατί τότε θα γίνει αναγκαστικά.

Πόσο μπροστά είχε δει αυτός ο άγιος γέροντας. Το ίδιο και ο Γέρων Πορφύριος που τόνιζε: «Όλα έχουν τη σημασία τους, το χρόνο και την περίστασή τους. Η έννοια του φόβου είναι καλή για τα πρώτα στάδια. Είναι για τους αρχαρίους, γι’ αυτούς που ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος. Ο άνθρωπος ο αρχάριος, που δεν έχει ακόμη λεπτυνθεί, συγκρατείται απ’ το χαμό με το φόβο. Και ο φόβος είναι απαραίτητος, εφόσον είμαστε υλικοί άνθρωποι και χαμερπείς. Αλλ’ αυτό είναι ένα στάδιο, ένας χαμηλός βαθμός σχέσεως με το θείον. Το πάμε στη συναλλαγή, προκειμένου να κερδίσομε τον Παράδεισο ή να  γλυτώσομε την κόλαση. Αυτό, αν το καλοεξετάσομε, δείχνει κάποια ιδιοτέλεια, κάποιο συμφέρον. ‘Εμένα δεν μου αρέσει αυτός ο τρόπος. Όταν ο άνθρωπος προχωρήσει και μπει στην αγάπη τού Θεού, τι του χρειάζεται ο φόβος; ΄Ο,τι κάνει, το κάνει από αγάπη, κι έχει πολύ μεγαλύτερη αξία αυτό. Το να γίνει καλός κάποιος από φόβο στον Θεό κι όχι από αγάπη, δεν έχει τόση αξία.


Αν θελήσομε και Τον ακολουθήσομε, και τούτη η ζωή με τον Χριστό είναι χαρά, έστω και μέσα σε δυσκολίες. ΄Οπως το λέει ο Απόστολος Παύλος: «Χαίρω έν τοίς παθήμασί μου». Αυτή είναι η θρησκεία  μας, εκεί πρέπει να πάμε. Δεν είναι τα τυπικά , όσο είναι να ζει κανείς με τον Χριστό. Όταν αυτό το πετύχεις, τι άλλο θέλεις; Κέρδισες το παν. Ζεις τον Χριστό και ο Χριστός ζει μέσα σου. Όλα μετά είναι πολύ εύκολα, η υπακοή, η ταπείνωση, η ειρήνη.

Γ. Η φιλία με τον Χριστό προϋπόθεση της ενότητας

Εκείνος  μας βλέπει ως φίλους Του.  Η δική μας η κίνηση ποια είναι όμως, ποιο είναι το δικό μας βήμα προς Εκείνον;

Η λύση είναι μπροστά μας αλλά και τόσο μακριά μας γιατί επιλέγουμε να κλείνουμε τα μάτια μας, να είμαστε φίλοι με την πονηριά, να είμαστε σε καταστολή εξαιτίας του λήθαργου στον οποίο έχουμε περιπέσει, να επιλέγουμε τη φιλία με το κακό, να διαπιστώνουμε μονίμως τα λάθη των άλλων και να μην βλέπουμε το δοκάρι στο μάτι μας, να θέλουμε εν τέλει να λεγόμαστε Χριστιανοί χωρίς να αισθανόμαστε φίλοι του Χριστού.
Ας ανοίξουμε όμως τον  Εαγγελιστή ᾿Ιωάννη στην  Καινή Διαθήκη  γιατί εκεί εμπεριέχονται οι παρακαταθήκες του Χριστού προς τους μαθητές και προς όλους μας και είναι η βάση της ενότητας. Αυτά ειπώθηκαν και σφραγίστηκαν δια του αίματός του, τότε, για το σήμερα και για πάντα.
Εκεί βρίσκεται η πεμπτουσία της ενότητος.

«᾿Εγώ εμι μπελος ληθινή, κα πατήρ μου γεωργός στι. πν κλμα ν μο μ φέρον καρπόν, αρει ατό, κα πν τ καρπν φέρον, καθαίρει ατό, να πλείονα καρπν φέρ. δη μες καθαροί στε δι τν λόγον ν λελάληκα μν. μείνατε ν μοί, κγ ν μν. καθς τ κλμα ο δύναται καρπν φέρειν φ’ αυτο, ἐὰν μ μείν ν τ μπέλ, οτως οδ μες, ἐὰν μ ν μο μείνητε. γώ εμι μπελος, μες τ κλήματα. μένων ν μο κγ ν ατ, οτος φέρει καρπν πολύν, τι χωρς μο ο δύνασθε ποιεν οδέν. ἐὰν μή τις μείν ν μοί, βλήθη ξω ς τ κλμα κα ξηράνθη, κα συνάγουσιν ατ κα ες τ πρ βάλλουσι, κα καίεται. ἐὰν μείνητε ν μο κα τ ῥήματά μου ν μν μείν, ἐὰν θέλητε ατήσασθε, κα γενήσεται μν. ν τούτ δοξάσθη πατήρ μου, να καρπν πολν φέρητε, κα γενήσεσθε μο μαθηταί» (᾿Ιωάννου ιε´ 1-8).

Δηλαδή «᾿Εγώ εμαι τό ληθινό κλμα, κι πατέρας μου εναι μπελουργός. Κάθε κληματόβεργα πάνω μου πού δέν κάνει καρπό τήν κόβει. Καί κάθε κληματόβεργα πού κάνει καρπό τήν κλαδεύει, γιά νά καρποφορήσει περισσότερο. ᾿Εσες εστε κιόλας κλαδεμένοι καί καθαροί ξαιτίας σων σς δίδαξα. Μείνετε νωμένοι μαζί μου. Τότε θά εμαι κι γώ νωμένος μαζί σας. Οπως κληματόβεργα δέν μπορε νά καρποφορήσει πό μόνη της, ν δέν εναι νωμένη μέ τό κλμα, τό διο κι σες ν δέν μείνετε νωμένοι μαζί μου. ᾿Εγώ εμαι τό κλμα, σες ο κληματόβεργες. ᾿Εκενος πού μένει νωμένος μαζί μου κι γώ μαζί του, ατός κάνει φθονο καρπό, γιατί χωρίς μένα δέν μπορετε τίποτε νά κάνετε. Αν κάποιος δέν μένει νωμένος μαζί μου, θά τόν πετάξουν ξω σάν τήν κληματόβεργα, καί θά ξεραθε. Τίς βέργες ατές τίς μαζεύουν, τίς ρίχνουν στή φωτιά, καί καίγονται. Αν μείνετε νωμένοι μαζί μου κι ν τά λόγια μου μείνουν ζωντανά μέσα σας, ,τι θελήσετε ζητστε το καί θά σς δοθε. Μέ ατόν τόν τρόπο φανερώνεται δόξα το Πατέρα μου· ταν σες κάνετε φθονο καρπό κι ποδειχθετε τσι μαθητές μου».

«Ο περ τούτων δ ρωτ μόνον, λλ κα περ τν πιστευόντων δι το λόγου ατν ες μέ, να πάντες ν σιν, καθς σύ, πάτερ, ν μο κγ ν σοί, να κα ατο ν μν ν σιν, να κόσμος πιστεύσ τι σύ με πέστειλας. κα γ τν δόξαν ν δέδωκάς μοι δέδωκα ατος, να σιν ν καθς μες ν σμεν, γ ν ατος κα σ ν μοί, να σι τετελειωμένοι ες ν, κα να γινώσκ κόσμος τι σύ με πέστειλας κα γάπησας ατος καθς μ γάπησας» (᾿Ιωάννου ιζ´ 20-23).
Δηλαδή· «Προσεύχομαι χι μόνο γι ατούς λλά καί γιά κείνους πού μέ τό κήρυγμα ατν θά πιστεύουν σ’ μένα, στε νά εναι λοι να, πως σύ, Πατέρα, εσαι νωμένος μ’ μένα κι γώ μ’ σένα· νά εναι κι ατοί νωμένοι μ’ μς, κι τσι κόσμος νά πιστέψει τι μ’ στειλες σύ. Κι γώ τήν δόξα πού μο δωσες τήν δωσα σ’ ατούς, γιά νά εναι να μεταξύ τους, πως μες εμαστε να. ᾿Εγώ νωμένος μαζί τους κι σύ νωμένος μαζί μου, στε ν’ ποτελον μιά τέλεια νότητα, κι τσι κόσμος νά τό καταλαβαίνει τι μ’ στειλες σύ κι τι τούς γάπησες πως γάπησες μένα».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αν καταλάβουμε τη σημασία της ενότητος θα βρούμε σύντομα λύση στο πρόβλημα της ανθρωπότητας. Η ενότητα δεν κοιτάζει σύνορα, φύλα, γλώσσες και πολιτισμούς. Αυτός που ενώνεται με τον Χριστό, ενώνεται με οποιονδήποτε είναι ενωμένος με το Χριστό και όλοι μαζί με τον Πατέρα. Μέγα μυστήριο και μέγιστη παρακαταθήκη του Θεού στον άνθρωπο. Αν αλλάξουμε στάση θα βρούμε λύση στο πρόβλημα της Ελλάδος όχι αύριο, σήμερα κιόλας. Δεν βρίσκουμε όμως και αυτό πρέπει να μας προβληματίσει περισσότερο. Το ότι ζούμε αποκαλυπτικά γεγονότα ενώ ο Γέρων Πορφύριος έλεγε ότι «ο Θεός μας έδωσε την Αποκάλυψη για να μην γίνει» πρέπει και αυτό να μας προβληματίσει γιατί προφανώς κάτι δεν αλλάζουμε στους εαυτούς μας.

Δεν πρέπει να μας προβληματίσει ότι ο Γέρων Πορφύριος, που δεν μιλούσε ενώ γνώριζε, για αυτά που έρχονται είχε πει ελάχιστα; Παρομοίασε την εποχή μας και τα αδιέξοδα σαν εκείνα στα χρόνια του Χριστού και έλεγε… «βλέπω μέσα από τη συμφορά ένα σπουδαίο άνθρωπο του Θεού…»
Και ρωτάω: Ζούμε συμφορά αυτή τη στιγμή ή απλά δυσκολίες;
Γιατί προκαλούμε τη συμφορά να έρθει;

Και είναι τραγικότερο να βλέπεις την πατρίδα σου να «καίγεται» και εσύ να ασχολείσαι με τις χαμένες πατρίδες και την Κωνσταντινούπολη και προφητείες Αγίων για ποθούμενα. Αυτά θα γίνουν γιατί είναι θέλημα Θεού προς δόξα Θεού και παραχώρησε κάποιους  Αγίους Του να γνωρίζουν για αυτά. Για να θέλεις ποθούμενα πρέπει να είσαι άξιος να κάνεις έργο σημαντικό και για την υπάρχουσα πατρίδα σου, να αποδείξεις ότι αξίζεις να κληρονομήσεις κάτι.
 Εμείς όμως κάνουμε  σαν να είμαστε στην όχθη του ποταμού που καίγεται το σπίτι μας και εμείς κοιτάμε την απέναντι όχθη και αφήνουμε τα πάντα να καούν πίσω μας. Θέλουμε να περάσουμε το ποτάμι και δεν σκεφτόμαστε ότι ίσως δεν ξέρουμε να κολυμπήσουμε και μείνουμε στη μέση του ποταμού….Άλλωστε ο Θεός αν οικονομήσει κάτι για τους Έλληνες δεν θα το κάνει προφανώς γιατί είμαστε άξιοι, αλλά μάλλον γιατί κρατήσαμε την Ορθοδοξία.
Πρέπει να προβληματιστούμε την ώρα που θα διαβαίνουμε το ποτάμι γιατί Εκείνος που θα απλώσει το χέρι για να  μας βοηθήσει να περάσουμε το ποτάμι πρέπει να είναι φίλος μας.
Είναι ο Χριστός.
Εμείς είμαστε φίλοι Του;